Αγγλικά → Ελληνικά - constraint

προφορά
ουσ. περιορισμός, βία, εξαναγκασμός, αμηχανία, ανάγκη, συστολή

Αγγλικά → Αγγλικά - constraint

προφορά
n. restriction; artificial manner, unnatural manner; force

Αγγλικά → Γαλλικά - constraint

προφορά
n. contrainte, gêne, retenue

Αγγλικά → Γερμανικά - constraint

προφορά
n. Zwang; Hemmung, Verlegenheit

Αγγλικά → Ινδονησιακά - constraint

προφορά
n. paksaan, ketidakleluasan, ketegangan, pembatas

Αγγλικά → Ιταλικά - constraint

προφορά
s. relegazione; soggezione, imbarazzo; costrizione, coercizione; (Dir) coazione; afflizione; limitazione, vincolo

Αγγλικά → Πολωνικά - constraint

προφορά
n. przemoc, przymus, mus, przymusowość, przymuszanie, wymuszenie, presja, skrępowanie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - constraint

προφορά
s. restrição, limitação; coação, pressão, força

Αγγλικά → Ρουμανικά - constraint

προφορά
n. constrângere, forţare, strâmtoare, impunere, silă

Αγγλικά → Ρωσικά - constraint

προφορά
с. принуждение, принужденность (манер), скованность, стеснение; тюремное заключение

Αγγλικά → Ισπανικά - constraint

προφορά
s. restrición, coacción, cohibición, compulsión, constreñimiento, coto, represión, restricción

Αγγλικά → Τουρκικά - constraint

προφορά
i. zorlama, baskı, zor; sınırlama; kendini tutma; çekinme; alıkoyma

Αγγλικά → Ουκρανικά - constraint

προφορά
n. примус, силування, скутість, ув'язнення, вимус, насила

Αγγλικά → Ολλανδικά - constraint

προφορά
zn. dwang ;geremd; in verlegenheid gebracht

Αγγλικά → Αραβικά - constraint

προφορά
‏إكراه، قيود، إضطرار، تقييد، حبس، كبح العواطف، إرتباك‏

Αγγλικά → Κινεζικά - constraint

προφορά
(名) 约束; 强迫; 限制; 强制

Αγγλικά → Κινεζικά - constraint

προφορά
(名) 約束; 強迫; 限制; 強制

Αγγλικά → Χίντι - constraint

προφορά
n. निरोध, मजबूरी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - constraint

προφορά
(名) 強制; 抑制; 窮屈

Αγγλικά → Κορεατικά - constraint

προφορά
명. 제한; 부자연스러운 태도, 인위적인 태도; 강제

Αγγλικά → Βιετναμικά - constraint

προφορά
n. sự bắt ép, cưởng ép, sự giam, sự khó chịu, sự gượng gạo


© dictionarist.com