Αγγλικά → Ελληνικά - considerate

προφορά
επίθ. συνετός, διακριτικός, ευγενικός

Αγγλικά → Αγγλικά - considerate

προφορά
adj. thoughtful, respectful
v. consider, ponder, think about carefully; think highly of, think of, bethink, regard, esteem, rate, account, reckon, reckon in, count, view
v. consider, think over, think about carefully; believe; regard; take into account

Αγγλικά → Γαλλικά - considerate

προφορά
adj. prévenant, plein d'égards envers autrui

Αγγλικά → Γερμανικά - considerate

προφορά
adj. rücksichtsvoll

Αγγλικά → Ινδονησιακά - considerate

προφορά
a. baik budi, memikirkan: yg memikirkan orang lain, perhatian: penuh perhatian, peka, tenggang hati, sengaja

Αγγλικά → Ιταλικά - considerate

προφορά
agg. premuroso, sollecito, riguardoso

Αγγλικά → Πολωνικά - considerate

προφορά
a. uważający, względny, delikatny, uprzedzający, taktowny, ostrożny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - considerate

προφορά
adj. pessoa que considera os demais, aquele que leva em conta seu semelhante

Αγγλικά → Ρουμανικά - considerate

προφορά
a. atent, grijuliu, amabil, politicos, simţit

Αγγλικά → Ρωσικά - considerate

προφορά
прил. внимательный к другим, тактичный, деликатный

Αγγλικά → Ισπανικά - considerate

προφορά
adj. considerado, atento

Αγγλικά → Τουρκικά - considerate

προφορά
s. saygılı, düşünceli, nazik, anlayışlı

Αγγλικά → Ουκρανικά - considerate

προφορά
a. уважний, тактовний, дбайливий

Αγγλικά → Ολλανδικά - considerate

προφορά
bn. houdt rekening met, rekening houdend met

Αγγλικά → Αραβικά - considerate

προφορά
‏حذر، مراع لمشاعر الآخرين‏
‏محترم لرغبات الآخرين، مروى في‏

Αγγλικά → Κινεζικά - considerate

προφορά
(形) 体贴的, 顾虑周到的, 体谅的

Αγγλικά → Κινεζικά - considerate

προφορά
(形) 體貼的, 顧慮周到的, 體諒的

Αγγλικά → Χίντι - considerate

προφορά
a. दूसरे का ध्यान रखनेवाला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - considerate

προφορά
(形) 思いやりのある, 思慮深い

Αγγλικά → Κορεατικά - considerate

προφορά
형. 사려깊은, 신중한

Αγγλικά → Βιετναμικά - considerate

προφορά
a. lo lắng, thận trọng, tử tế


dictionary extension
© dictionarist.com