Αγγλικά → Ελληνικά - considerable

προφορά
επίθ. αξιοσημείωτος, σημαντικός, υπολογίσιμος

Αγγλικά → Αγγλικά - considerable

προφορά
adj. important; sizable, substantial
adj. considerable, significant; respectable, large; substantial, grand

Αγγλικά → Γαλλικά - considerable

προφορά
adj. considérable, grand, important

Αγγλικά → Γερμανικά - considerable

προφορά
adj. erheblich, wichtig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - considerable

προφορά
a. besar, banyak, luas, sekali, sangat, sungguh-sungguh, sedapat mungkin

Αγγλικά → Ιταλικά - considerable

προφορά
agg. considerevole, notevole; importante, degno di considerazione

Αγγλικά → Πολωνικά - considerable

προφορά
a. znakomity, wydatny, znaczny, poważny, niemały, pokaźny, spory, grzeczny, niedrobny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - considerable

προφορά
adj. considerável, importante

Αγγλικά → Ρουμανικά - considerable

προφορά
a. considerabil, însemnat, remarcabil, apreciabil, important, semnificativ, sensibil, straşnic

Αγγλικά → Ρωσικά - considerable

προφορά
прил. значительный, большой, немалый, важный

Αγγλικά → Ισπανικά - considerable

προφορά
adj. considerable, cuantioso, estimable

Αγγλικά → Τουρκικά - considerable

προφορά
s. önemli, hatırı sayılır ölçüde, hayli, dikkate değer
i. çokluk

Αγγλικά → Ουκρανικά - considerable

προφορά
a. чималий, важливий, видний, видкий, значний, маятий, солідний

Ισπανικά → Αγγλικά - considerable

προφορά
adj. considerable, substantial, sizable; material; wide; handsome

Αγγλικά → Ολλανδικά - considerable

προφορά
bn. aanzienlijk; belangrijk

Ισπανικά → Γαλλικά - considerable

προφορά
1. (diferencia) considérable; appréciable; sensible; notable
2. (tamaño) considérable
3. (cantidad) substantiel

Ισπανικά → Γερμανικά - considerable

προφορά
a. beachtlich, merklich, beträchtlich, erheblich, erklecklich, schwer, stark, anständig, ordentlich, ziemlich, tüchtig, namhaft, weitgehend, mächtig, groß, bedeutend, wichtig, wesentlich, ansehnlich, nennenswert

Ισπανικά → Ρωσικά - considerable

προφορά
adj. значительный, порядочный

Αγγλικά → Αραβικά - considerable

προφορά
‏جدير بالاعتبار‏
‏كبير، كثير، ضخم، هام‏

Αγγλικά → Κινεζικά - considerable

προφορά
(形) 相当的, 重要的, 可观的

Αγγλικά → Κινεζικά - considerable

προφορά
(形) 相當的, 重要的, 可觀的

Αγγλικά → Χίντι - considerable

προφορά
a. महत्वपूर्ण, यथेष्ट

Αγγλικά → Ιαπωνικά - considerable

προφορά
(形) かなりの, 重要な; 考慮に値する

Αγγλικά → Κορεατικά - considerable

προφορά
형. 중요한; 상당한, 적지 않은

Αγγλικά → Βιετναμικά - considerable

προφορά
n. có thế lực
a. to tát

Ισπανικά → Κορεατικά - considerable

προφορά
adj. 중요한, 의의 있는, 상당한 크기의, 많은


dictionary extension
© dictionarist.com