Ιταλικά → Αγγλικά - connaturato

προφορά
adj. connate, natural, ingrained, temperamental

Ιταλικά → Γαλλικά - connaturato

προφορά
(istruzione) infus {formal}; foncier; instinctif; viscéral; naturel

Ιταλικά → Γερμανικά - connaturato

προφορά
adj. angeboren


dictionary extension
© dictionarist.com