Αγγλικά → Αγγλικά - connatural

προφορά
adj. similar in nature; which exist normally at birth
adj. connatural

Αγγλικά → Γερμανικά - connatural

προφορά
naturgemäß;angeboren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - connatural

προφορά
a. bawaan, lahir: yg dibawa lahir

Αγγλικά → Ιταλικά - connatural

προφορά
agg. connaturale, congenito, innato

Αγγλικά → Πορτογαλικά - connatural

προφορά
adj. natural, nato, de nascimento

Αγγλικά → Ρουμανικά - connatural

προφορά
a. natură: având aceeaşi natură, înnăscut

Αγγλικά → Ρωσικά - connatural

προφορά
прил. врожденный, однородный

Αγγλικά → Ισπανικά - connatural

προφορά
connatural | inherente | innato | intrínseco

Αγγλικά → Τουρκικά - connatural

προφορά
s. doğuştan olan, doğal, doğasında olan, tabiatı aynı olan

Αγγλικά → Ουκρανικά - connatural

προφορά
a. уроджений, природний, однорідний, однаковий

Ισπανικά → Αγγλικά - connatural

προφορά
adj. connatural

Αγγλικά → Ολλανδικά - connatural

προφορά
bn. aangeboren; verwant naar aard, gelijk van aard

Ισπανικά → Γερμανικά - connatural

προφορά
a. naturgemäß, angeboren

Αγγλικά → Χίντι - connatural

προφορά
a. पैदाइशी, मादरज़ाद

Αγγλικά → Κορεατικά - connatural

προφορά
형. 타고난

Αγγλικά → Βιετναμικά - connatural

προφορά
a. hợp sinh


dictionary extension
© dictionarist.com