Αγγλικά → Ελληνικά - conjecture

προφορά
ουσ. συμπερασμός, εικασία, συμπέρασμα, υπόθεση
ρήμ. συμπεραίνω, εικάζω

Αγγλικά → Αγγλικά - conjecture

προφορά
n. guess, supposition, assumption
v. hypothesize, guess, surmise, infer, speculate
n. conjecture, guess, surmise

Αγγλικά → Γαλλικά - conjecture

προφορά
n. conjecture, hypothèse, supposition
v. conjecturer, deviner

Αγγλικά → Γερμανικά - conjecture

προφορά
n. Annahme, Hypothese, Vermutung
v. vermuten, raten

Αγγλικά → Ινδονησιακά - conjecture

προφορά
n. terkaan, perpikiran, dugaan, tebakan, rekaan, reka
v. menerka, mengira-ngira, meraba-raba, berspekulasi

Αγγλικά → Ιταλικά - conjecture

προφορά
s. congettura; opinione, teorie
v. congetturare, supporre, ipotizzare

Αγγλικά → Πολωνικά - conjecture

προφορά
n. przypuszczenie, domysł, domniemanie
v. przypuszczać, domniemać, mniemać, przypuścić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - conjecture

προφορά
s. conjectura
v. conjeturar, supor, presumir

Αγγλικά → Ρουμανικά - conjecture

προφορά
n. presupunere, bănuială, ipoteză, speculaţie, supoziţie, conivenţă
v. bănui, presupune, face presupuneri, ghici

Αγγλικά → Ρωσικά - conjecture

προφορά
с. предположение, догадка, конъектура
г. предполагать, предлагать исправление, предлагать исправление текста, гадать

Αγγλικά → Ισπανικά - conjecture

προφορά
s. conjetura, cálculo, especulación, interpolación, presunción, suposición
v. conjeturar, presumir, suponer, teorizar; hacer conjeturas, especular

Αγγλικά → Τουρκικά - conjecture

προφορά
f. varsaymak; sanmak, zannetmek; kestirmek; tahmin etmek
i. tahmin, varsayım

Αγγλικά → Ουκρανικά - conjecture

προφορά
n. припущення, вгад, вгадливість, догад, домисел, здогадка
v. припускати, гадати, вгадати

Γαλλικά → Αγγλικά - conjecture

προφορά
(f) n. conjecture, guess, surmise

Αγγλικά → Ολλανδικά - conjecture

προφορά
zn. mening, theorie; veronderstelling; vermoeden
ww. geschat, verondersteld

Γαλλικά → Γερμανικά - conjecture

προφορά
n. mutmaßung

Γαλλικά → Ιταλικά - conjecture

προφορά
1. (général) congetture (fp)
2. (idée) congettura (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - conjecture

προφορά
1. (général) conjectura (f); especulação (f)
2. (idée) conjectura (f); hipótese (f); suposição (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - conjecture

προφορά
n. догадка (f), домысел (f), предположение (f), приблизительный подсчет (f), конъектура (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - conjecture

προφορά
1. (général) conjeturas (fp)
2. (idée) conjetura (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - conjecture

προφορά
[la] tahmin, sanı

Γαλλικά → Ολλανδικά - conjecture

προφορά
1. (général) giswerk (n)
2. (idée) gissing (f); conjectuur (f)

Αγγλικά → Αραβικά - conjecture

προφορά
‏حدس‏
‏حدس، حزر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - conjecture

προφορά
(名) 推测, 猜测; 占卜; 推测的结果
(动) 推测出; 对...作推测; 推测, 猜测

Αγγλικά → Κινεζικά - conjecture

προφορά
(名) 推測, 猜測; 占卜; 推測的結果
(動) 推測出; 對...作推測; 推測, 猜測

Αγγλικά → Χίντι - conjecture

προφορά
n. अटकल, अनुमान
v. अनुमान से निर्णय करना, अटकल लगाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - conjecture

προφορά
(名) 推測, 推考
(動) 推測する, 推考する

Αγγλικά → Κορεατικά - conjecture

προφορά
명. 어림짐작, 추측
동. 추측하다, 어림대고 말하다, 가정하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - conjecture

προφορά
n. sự phỏng đoán, ức đoán
v. ước lượng, phỏng đoán, đoán chừng


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: conjecturing
Present: conjecture (3.person: conjectures)
Past: conjectured
Future: will conjecture
Present conditional: would conjecture
Present Perfect: have conjectured (3.person: has conjectured)
Past Perfect: had conjectured
Future Perfect: will have conjectured
Past conditional: would have conjectured
© dictionarist.com