Αγγλικά → Ελληνικά - confuse

προφορά
ρήμ. συγχέω, μπερδεύω, σαστίζω, συγχίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - confuse

προφορά
v. embarrass; bewilder; mix up
adj. confused, embarrassed, abashed
v. confuse, mix, mix up, jumble, muddle, baffle, mistake, puzzle, confound, abash, bewilder, embarrass, bemuse

Αγγλικά → Γαλλικά - confuse

προφορά
v. mêler, brouiller, confondre; embrouiller, bouleverser

Αγγλικά → Γερμανικά - confuse

προφορά
v. verlegen machen, verwirren, vermengen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - confuse

προφορά
v. memusingkan, membingungkan, meragukan, mengusuntukan, memperkusut, mengharu, mengaduk, memperkeruh, mengabuti, mengelirukan, keliru, memperkacaukan, merancukan

Αγγλικά → Ιταλικά - confuse

προφορά
v. confondere, turbare, disorientare; rendere confuso, imbrogliare; scambiare; mettere in disordine, mischiare; mettere in imbarazzo; mortificare

Αγγλικά → Πολωνικά - confuse

προφορά
v. pomieszać, mieszać, plątać, pokręcić, splątać, gmatwać, pogmatwać, pomącić, wikłać, bałamucić, peszyć, zażenować, konfundować, dezorientować, mięszać, pokręcać, splątywać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - confuse

προφορά
v. confundir, embaraçar

Αγγλικά → Ρουμανικά - confuse

προφορά
v. confunda, încurca, amesteca, zăpăci, deruta, învălmăşi, intimida, ruşina, face confuz, tulbura, ului

Αγγλικά → Ρωσικά - confuse

προφορά
г. смущать, приводить в замешательство, сбивать с толку, помрачать сознание, смешивать, спутывать, создавать путаницу, приводить в беспорядок

Αγγλικά → Ισπανικά - confuse

προφορά
v. confundir, atolondrar, desconcertar, desorientar, desubicar, ofuscar, turbar; equivocar; desordenar, desorganizar, embrollar, intrincar; ser confuso

Αγγλικά → Τουρκικά - confuse

προφορά
f. şaşırtmak, kafasını karıştırmak, karıştırmak, karman çorman etmek, kafa karıştırmak; ayırt edememek; serseme çevirmek; afallatmak, farkedememek, bozmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - confuse

προφορά
v. бентежити, переплутувати, змішувати, забаламутити, забаламучувати, засмикувати, затороплювати, збаламучувати, мішати, морочити, непутити, переплутати, плутати, помішати, сплутати

Γαλλικά → Αγγλικά - confuse

προφορά
[confus] adj. confused, embarrassed, abashed

Αγγλικά → Ολλανδικά - confuse

προφορά
ww. verwarren; in verlegenheid brengen

Αγγλικά → Αραβικά - confuse

προφορά
‏أربك، شوش، تحير‏

Αγγλικά → Κινεζικά - confuse

προφορά
(动) 搞乱; 使糊涂

Αγγλικά → Κινεζικά - confuse

προφορά
(動) 搞亂; 使糊塗

Αγγλικά → Χίντι - confuse

προφορά
v. अव्यवस्थित करना, भ्रम में डालना, घबड़ाना, घबराना, भरमाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - confuse

προφορά
(動) 当惑させる, 困惑させる; 混同する; 混乱させる

Αγγλικά → Κορεατικά - confuse

προφορά
동. 혼동하다; 어리둥절하게 하다, 당황해 하다; 뒤섞다

Αγγλικά → Βιετναμικά - confuse

προφορά
v. lộn xộn, xáo trộn, trộn lộn, mơ hồ, mập mờ


Χρονοι ρηματων

Present participle: confusing
Present: confuse (3.person: confuses)
Past: confused
Future: will confuse
Present conditional: would confuse
Present Perfect: have confused (3.person: has confused)
Past Perfect: had confused
Future Perfect: will have confused
Past conditional: would have confused
© dictionarist.com