Αγγλικά → Ελληνικά - confront

προφορά
ρήμ. αντιμετωπίζω, αντικρίζω, φέρω αντιμέτωπους

Αγγλικά → Αγγλικά - confront

προφορά
v. stand face to face; put before; oppose; compare

Αγγλικά → Γαλλικά - confront

προφορά
v. affronter, confronter, faire face

Αγγλικά → Γερμανικά - confront

προφορά
v. konfrontieren, gegenüberstellen, gegenübertreten

Αγγλικά → Ινδονησιακά - confront

προφορά
v. berhadapan muka, menghadapi, berhadap-hadapan, menentang, menghadapkan, mempertemukan, mengemukakan, memperhadapkan, memperbandingkan, menggandengkan, mempergandengkan

Αγγλικά → Ιταλικά - confront

προφορά
v. essere di fronte a, essere faccia a faccia con; presentarsi a; (fig) affrontare, fronteggiare; (fig) confrontare, comparare; (Dir) mettere a confronto

Αγγλικά → Πολωνικά - confront

προφορά
v. oblicze: stanąć w obliczu czegoś, konfrontować, unaoczniać, porównać, unaocznić, porównywać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - confront

προφορά
v. confrontar

Αγγλικά → Ρουμανικά - confront

προφορά
v. înfrunta, confrunta, alătura

Αγγλικά → Ρωσικά - confront

προφορά
г. стоять против, стоять лицом к лицу, столкнуться; делать очную ставку; противостоять; смотреть в лицо чему-л.; сопоставлять, сличать

Αγγλικά → Ισπανικά - confront

προφορά
v. confrontar, anteponerse a, arrostrar, encarar, encararse con, hacer frente a; antagonizar, carear, enfrentar, estar contra, plantar cara, poner en oposición, poner frente a frente; acarar, acarear

Αγγλικά → Τουρκικά - confront

προφορά
f. yüz yüze getirmek, yüzleştirmek, karşılaştırmak, karşı koymak

Αγγλικά → Ουκρανικά - confront

προφορά
v. навпроти: стояти навпроти, протистояти, порівнювати, зіставляти, стояти

Αγγλικά → Ολλανδικά - confront

προφορά
ww. konfronteren; verifiëren

Αγγλικά → Αραβικά - confront

προφορά
‏تحدى، واجه، جابه، قابل، قارن‏

Αγγλικά → Κινεζικά - confront

προφορά
(动) 使面对, 遭遇, 对抗

Αγγλικά → Κινεζικά - confront

προφορά
(動) 使面對, 遭遇, 對抗

Αγγλικά → Χίντι - confront

προφορά
v. सामना करना, खि़लाफ़ करना, मुक़ाबला करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - confront

προφορά
(動) 対面する; 立ち向かう; 直面させる; 突きつける

Αγγλικά → Κορεατικά - confront

προφορά
동. 직면하다; 들이 대다; 대립하다; 비교하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - confront

προφορά
v. đối chất, so sánh, đối chiếu


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: confronting
Present: confront (3.person: confronts)
Past: confronted
Future: will confront
Present conditional: would confront
Present Perfect: have confronted (3.person: has confronted)
Past Perfect: had confronted
Future Perfect: will have confronted
Past conditional: would have confronted
© dictionarist.com