Γαλλικά → Αγγλικά - conforme

προφορά
adj. standard, congruent, faithful, true

Ιταλικά → Αγγλικά - conforme

προφορά
adj. accordant, agreeing, suitable

Πορτογαλικά → Αγγλικά - conforme

προφορά
conj. as, compared to -

Ισπανικά → Αγγλικά - conforme

προφορά
adv. agreeably; compliantly, submissively

Γαλλικά → Γερμανικά - conforme

προφορά
adj. gleich, gemäß

Γαλλικά → Ιταλικά - conforme

προφορά
1. (général) corrispondente; conforme
2. (exemplaire) fedele; accurato
3. (situation) compatibile; conforme

Γαλλικά → Πορτογαλικά - conforme

προφορά
1. (général) correspondente
2. (exemplaire) fiel; exato; preciso
3. (situation) congruente; adequado; compatível

Γαλλικά → Ρωσικά - conforme

προφορά
a. одинаковый, соответственный, соответствующий, сообразный

Γαλλικά → Ισπανικά - conforme

προφορά
1. (général) correspondiente; conforme
2. (exemplaire) fiel; exacto
3. (situation) congruo; conforme; compatible

Γαλλικά → Τουρκικά - conforme

προφορά
uygun, uyar; aslı gibi

Ιταλικά → Γαλλικά - conforme

προφορά
1. (generale) correspondant; conforme
2. (situazione) conforme; compatible; accordable
3. (corrispondente) correspondant; parallèle; analogue

Ιταλικά → Γερμανικά - conforme

προφορά
adj. sachgemäß, maßstabsgerecht, treu, ähnlich, entsprechend, übereinstimmend, konform

Πορτογαλικά → Γαλλικά - conforme

προφορά
1. (geral) selon; en fonction de; compte tenu de 2. (correlação) en raison de; par rapport à; selon; suivant
3. (conjunção) selon; d'après; conformément à 4. (leis) conformément à; en conformité avec
5. (texto) à en juger par; comme il ressort de; comme le démontre

Ισπανικά → Γαλλικά - conforme

προφορά
1. (general) correspondant; conforme 2. (situación) conforme; compatible; accordable
3. (de acuerdo) convenu; arrangé 4. (concordante) concordant; harmonieux; d'accord
5. (acorde) consentant; acceptant 6. (correspondiente) correspondant; parallèle; analogue

Ισπανικά → Γερμανικά - conforme

προφορά
a. übereinstimmend, entsprechend, einverstanden, konform, einig, gemäß

Ισπανικά → Ρωσικά - conforme

προφορά
adj. сообразный,
prep. согласно

Γαλλικά → Ολλανδικά - conforme

προφορά
1. (général) overeenkomstig; overeenstemmend; conform
2. (exemplaire) getrouw; accuraat; exact
3. (situation) passend; overeenstemmend; verenigbaar

Ισπανικά → Κορεατικά - conforme

προφορά
n. 동의, 협정
adj. 일치한, 일치하는
conj. 일치하다: ...와 일치하여


dictionary extension
© dictionarist.com