Αγγλικά → Ελληνικά - conflict

προφορά
ουσ. πάλη, σύγκρουση, αντίθεση, αντίκρουση, διαμάχη
ρήμ. αντιμάχομαι, συγκρούομαι

Αγγλικά → Αγγλικά - conflict

προφορά
n. clash, fight, quarrel
v. oppose, disagree, quarrel, fight
n. conflict, clash, fight, quarrel

Αγγλικά → Γαλλικά - conflict

προφορά
n. conflit, lutte, antagonisme
v. être en conflit, en désaccord, contredire, réfuter

Αγγλικά → Γερμανικά - conflict

προφορά
n. Konfrontation, Streit, Konflikt
v. im Widerspruch zueinander stehen, widerlegen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - conflict

προφορά
n. percekcokan, perselisihan, pertentangan, konflik, cedera, kesumat, kasemat, perbantahan, kontestasi, peramokan
v. bertentangan, menyalahi, bercekcok

Αγγλικά → Ιταλικά - conflict

προφορά
s. conflitto, scontro; guerra; controversia, disputa
v. essere in conflitto; contendere, lottare

Αγγλικά → Πολωνικά - conflict

προφορά
v. walczyć, ścierać się, kolidować
n. konflikt, walka, kolizja, scysja, zatarg

Αγγλικά → Πορτογαλικά - conflict

προφορά
s. conflito
v. lutar, combater; entrar em conflito

Αγγλικά → Ρουμανικά - conflict

προφορά
n. conflict, ciocnire {fig.}, înfruntare, contradicţie, opoziţie, antagonism, incompatibilitate, ceartă
v. fi în conflict, ciocni: se ciocni

Αγγλικά → Ρωσικά - conflict

προφορά
с. конфликт, столкновение, противоречие
г. противоречить, бороться

Αγγλικά → Ισπανικά - conflict

προφορά
s. conflicto, contraposición, desacuerdo, discordia, disentimiento
v. estar en conflicto, oponerse, tener conflicto

Αγγλικά → Τουρκικά - conflict

προφορά
f. çekişmek, anlaşmazlığa düşmek, savaşmak, bağdaşmamak, tutmamak
i. savaş, kavga, çekişme, çarpışma, keşmekeş, çatışma; anlaşmazlık, fikir ayrılığı

Αγγλικά → Ουκρανικά - conflict

προφορά
n. конфлікт, сутичка, суперечність
v. конфліктувати, суперечити
a. конфліктний

Ρουμανικά → Αγγλικά - conflict

n. conflict, strife, dispute, collision, encounter, quarrel, jar, struggle, war, fray
n. clash, friction

Ολλανδικά → Αγγλικά - conflict

προφορά
n. conflict, clash, fight, quarrel

Αγγλικά → Ολλανδικά - conflict

προφορά
zn. confrontatie; strijd; twist
ww. tegenspreken; tegenstrijden; er tegenin gaan

Ολλανδικά → Γαλλικά - conflict

προφορά
1. (onenigheid) conflit (m) 2. (mening) accrochage (m); conflit (m); profond désaccord (m)
3. (idee) conflit (m)
4. (militair) conflit (m); accrochage (m); affrontement armé

Αγγλικά → Αραβικά - conflict

προφορά
‏صراع، خلاف، قتال، معركة، تعارض، تناقض، تلاطم، تضارب‏
‏تضارب، تعارض‏

Αγγλικά → Κινεζικά - conflict

προφορά
(名) 冲突, 争执, 矛盾
(动) 矛盾, 冲突; 倾轧; 斗争, 战斗

Αγγλικά → Κινεζικά - conflict

προφορά
(名) 衝突, 爭執, 矛盾
(動) 矛盾, 衝突; 傾軋; 鬥爭, 戰鬥

Αγγλικά → Χίντι - conflict

προφορά
n. टकराव
v. संघर्ष करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - conflict

προφορά
(動) 戦う; 衝突する; 対立する
(名) 闘争; 食い違い, 対立

Αγγλικά → Κορεατικά - conflict

προφορά
명. 다툼, 충돌, 갈등
동. 다투다, 충돌하다, 갈등하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - conflict

προφορά
n. cuộc xung đột, phân tranh, tranh giành
v. cải lộn, gây lộn, bất hòa


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: conflicting
Present: conflict (3.person: conflicts)
Past: conflicted
Future: will conflict
Present conditional: would conflict
Present Perfect: have conflicted (3.person: has conflicted)
Past Perfect: had conflicted
Future Perfect: will have conflicted
Past conditional: would have conflicted
© dictionarist.com