Αγγλικά → Ελληνικά - confirmed

προφορά
επίθ. επιβεβαιωμένος, επικυρωμένος, αποδεδειγμένος, αθεράπευτος, αμετάπειστος, αδιόρθωτος, έμμονος

Αγγλικά → Αγγλικά - confirmed

προφορά
adj. shown to be true; habitual; having gone through confirmation (religious coming of age ceremony)

Αγγλικά → Γαλλικά - confirmed

προφορά
adj. confirmé; assermenté, juré

Αγγλικά → Γερμανικά - confirmed

προφορά
[confirm] v. bestätigen; bewahrheiten; sich als Wahr herausstellen; bestärken
adj. bestätigt; konfirmiert (kath. Glauben)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - confirmed

προφορά
a. kronis, tetap, ngotot, diubah-ubah: yg tdk dpt diubah-ubah, begar, dibaptiskan: yg dibaptiskan, ditegaskan: yg ditegaskan, sah

Αγγλικά → Ιταλικά - confirmed

προφορά
agg. confermato, convalidato; ratificato; inveterato, impenitente, incallito; recidivo; cronico

Αγγλικά → Πολωνικά - confirmed

προφορά
a. nałogowy, niepoprawny, zatwardziały, uporczywy, chronicznie cierpiący

Αγγλικά → Πορτογαλικά - confirmed

προφορά
adj. confirmado; jurado

Αγγλικά → Ρουμανικά - confirmed

προφορά
a. confirmat, convins, inveterat, înrăit, atestat, incurabil, cronic

Αγγλικά → Ρωσικά - confirmed

προφορά
прил. хронический, убежденный, закоренелый

Αγγλικά → Ισπανικά - confirmed

προφορά
adj. confirmado, acreditado, corroborado, demostrado, establecido, probado

Αγγλικά → Τουρκικά - confirmed

προφορά
s. yerleşmiş, müzmin, tiryaki, bağımlı, onaylı, tasdikli

Αγγλικά → Ουκρανικά - confirmed

προφορά
a. хроничний, переконаний, закоренілий, одобрений

Αγγλικά → Ολλανδικά - confirmed

προφορά
bn. bevestigd; beëdigd

Αγγλικά → Αραβικά - confirmed

προφορά
‏مصدق عليه، معزز، مؤكد، مقرر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - confirmed

προφορά
(形) 被证实的, 固定的, 根深蒂固的

Αγγλικά → Κινεζικά - confirmed

προφορά
(形) 被證實的, 固定的, 根深蒂固的

Αγγλικά → Χίντι - confirmed

προφορά
a. स्थायी, मुस्तक़िल, पुराना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - confirmed

προφορά
(形) 確認された; 立証された; 凝り固まった; 慢性の, 習慣性の; 堅信礼を受けた(宗教的な年齢の儀式)
(動) 立証する; 承認する; 確認する; 批准する; 固める; 確信を持たせる

Αγγλικά → Κορεατικά - confirmed

προφορά
형. 확인된; 만성적인, 습관적인; 견진 성사 ( 어떤 나이에 이르면 치르는 종교적의식)를 치른


dictionary extension
© dictionarist.com