Αγγλικά → Ελληνικά - confident

προφορά
επίθ. βέβαιος, πεποιθώς, πεπεισμένος, σίγουρος

Αγγλικά → Αγγλικά - confident

προφορά
adj. certain; sure of oneself
n. confidant

Αγγλικά → Γαλλικά - confident

προφορά
adj. assuré, sûr (de lui), confiant

Αγγλικά → Γερμανικά - confident

προφορά
adj. zuversichtlich (auch in sich selbst)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - confident

προφορά
n. teman kepercayaan, teman karib, kepercayaan: orang kepercayaan
a. yakin, pasti

Αγγλικά → Ιταλικά - confident

προφορά
agg. confidente, fiducioso; sicuro di sé, baldanzoso; presuntuoso

Αγγλικά → Πολωνικά - confident

προφορά
n. konfident, powiernik
a. ufny, przeświadczony, pewny czegoś

Αγγλικά → Πορτογαλικά - confident

προφορά
adj. confiante (também em si mesmo)

Αγγλικά → Ρουμανικά - confident

προφορά
n. confident
a. încrezător, convins, sigur, sigur pe sine

Αγγλικά → Ρωσικά - confident

προφορά
прил. уверенный, самоуверенный, самонадеянный

Αγγλικά → Ισπανικά - confident

προφορά
adj. confiado, creyente

Αγγλικά → Τουρκικά - confident

προφορά
s. güvenli, emin, kuşkusuz, kendine güvenen, atak, cüretli, inançlı

Αγγλικά → Ουκρανικά - confident

προφορά
n. довірений: довірена особа
a. упевнений, самовпевнений, довірливий, певний

Γαλλικά → Αγγλικά - confident

προφορά
(m) n. confidant

Ρουμανικά → Αγγλικά - confident

n. confident, confidant

Αγγλικά → Ολλανδικά - confident

προφορά
bn. zeker (ook van zich zelf)

Γαλλικά → Γερμανικά - confident

προφορά
n. konfident, vertraute

Γαλλικά → Ιταλικά - confident

προφορά
1. (amitié - homme) amico intimo; intimo (m); amico del cuore
2. (homme) confidente (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - confident

προφορά
1. (amitié - homme) amigo do peito; alma gêmea; amigo íntimo; camarada (m) {informal}; melhor amigo (m)
2. (homme) confidente (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - confident

προφορά
n. наперсник (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - confident

προφορά
1. (amitié - homme) amigo íntimo; amigo del alma; mejor amigo (m)
2. (homme) confidente (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - confident

προφορά
[le] [la] sırdaş

Ολλανδικά → Γαλλικά - confident

προφορά
(man) confident (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - confident

προφορά
1. (amitié - homme) boezemvriend (m); hartsvriend (m); beste vriend (m)
2. (homme) confident (m); vertrouweling (m); vertrouwensman (m)

Αγγλικά → Αραβικά - confident

προφορά
‏صديق حميم، صديق مؤتمن‏
‏واثق، دال على الثقة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - confident

προφορά
(形) 有信心的, 有把握的

Αγγλικά → Κινεζικά - confident

προφορά
(形) 有信心的, 有把握的

Αγγλικά → Χίντι - confident

προφορά
n. विश्वास-पात्र मित्र

Αγγλικά → Ιαπωνικά - confident

προφορά
(形) 確信がある; 自信に満ちた; 大胆な

Αγγλικά → Κορεατικά - confident

προφορά
형. 확신하는; 자신 만만한, 자기 확신의

Αγγλικά → Βιετναμικά - confident

προφορά
n. liều lỉnh
a. tin chắc, chắc chắn, quả quyết


dictionary extension
© dictionarist.com