Ισπανικά → Αγγλικά - conducto

προφορά
n. pipe, conduit; canal, channel; duct

Ισπανικά → Γαλλικά - conducto

προφορά
1. (desperdicios) vide-ordures (m)(invariable)
2. (técnico) conduit (m); tuyau (m); tube (m); conduite (f); canalisation (f)
3. (anatomía) canal (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - conducto

προφορά
n. leitung, leitungsrohr, röhre, rinne, gerinne, kanal, durchlass

Ισπανικά → Ρωσικά - conducto

προφορά
n. труба

Ισπανικά → Κορεατικά - conducto

προφορά
n. 파이프


dictionary extension
© dictionarist.com