Αγγλικά → Ελληνικά - conduct

προφορά
ουσ. διεξαγωγή, οδηγία, συμπεριφορά, διαγωγή
ρήμ. καθοδηγώ, άγω, διευθύνω, οδηγώ, φέρω, διεξάγω

Αγγλικά → Αγγλικά - conduct

προφορά
n. behavior; management
v. behave; manage; direct an orchestra or other musical ensemble; transfer, transmit

Αγγλικά → Γαλλικά - conduct

προφορά
n. conduite; gestion
v. conduire, mener; gérer; diriger

Αγγλικά → Γερμανικά - conduct

προφορά
n. Benehmen; Führung
v. führen, leiten; dirigieren; halten, abhalten

Αγγλικά → Ινδονησιακά - conduct

προφορά
n. kelakuan, tingkah laku, tabiat, cara mengurus perusahaan
v. mengantar, mengiringkan, mengadakan, memimpin, membimbing, mengalirkan, menyalurkan

Αγγλικά → Ιταλικά - conduct

προφορά
s. condotta, comportamento, contegno; gestione, direzione
v. condurre, dirigere, eseguire; guidare, portare, accompagnare; trasportare, convogliare; (rifl) comportarsi, condursi; trasmettere

Αγγλικά → Πολωνικά - conduct

προφορά
n. postępek, kierownictwo, pokierowanie
v. poprowadzić korespondencję, przewodzić instytucją, dowodzić wojskiem, zaprowadzić, przewodzić {techn.}, dyrygować orkiestrą, odprawiać nabożeństwo, prowadzić się, zachować się, zaprowadzać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - conduct

προφορά
s. conduta, comportamento; administração
v. conduzir, dirigir; administrar

Αγγλικά → Ρουμανικά - conduct

προφορά
v. conduce, dirija, acompania, escorta, duce spre, ghida, purta
n. conducere, dirijare, purtare, comportare, conduită, ţinută, jgheab, port

Αγγλικά → Ρωσικά - conduct

προφορά
с. поведение, образ действий, ведение, ведение дела, руководство, управление
г. вести, сопровождать, эскортировать; руководить, проводить, управлять, дирижировать; проводить тепло, служить проводником

Αγγλικά → Ισπανικά - conduct

προφορά
s. conducta, actuación, comportamiento, porte, proceder; conducción, manejo
v. conducir, transmitir; dirigir, acaudillar, guiar, timonear

Αγγλικά → Τουρκικά - conduct

προφορά
f. idare etmek, yönlendirmek, rehberlik etmek, yönetmek, iletmek, geçirmek
i. hareket, davranış, yönetim, idare, gidiş

Αγγλικά → Ουκρανικά - conduct

προφορά
n. поведінка, керування, супровід, перепустка
v. вести, супроводити, керувати, диригувати, провадити, проводити, розводити, рядити

Αγγλικά → Ολλανδικά - conduct

προφορά
zn. gedrag; leiding, beheer
ww. leiden,beheren; dirigeren

Αγγλικά → Αραβικά - conduct

προφορά
‏إدارة، سلوك، تصرف، قيادة، السيرة‏
‏قاد، وصل، دبر، تصرف، أدى، تولى‏

Αγγλικά → Κινεζικά - conduct

προφορά
(名) 行为, 指导, 举动
(动) 引导, 管理, 指挥; 引导, 带领; 指挥乐队

Αγγλικά → Κινεζικά - conduct

προφορά
(名) 行為, 指導, 舉動
(動) 引導, 管理, 指揮; 引導, 帶領; 指揮樂隊

Αγγλικά → Χίντι - conduct

προφορά
n. आचार-व्यवहार, चरित्र, संचालन, वर्तन
v. नेतृत्व करना, मार्ग दिखाना, आचरण करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - conduct

προφορά
(動) 振舞う; 導く; 指揮する; 経営する
(名) 態度; 行い; 指導; 管理

Αγγλικά → Κορεατικά - conduct

προφορά
명. 행위, 행동; 경영
동. 행동하다, 행하다; 경영하다,다루다; 지휘하다, 오케스트라나 음악 연주단을 지휘하다; 전하다, 전도하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - conduct

προφορά
n. hướng dẫn, điều khiển, cư xử, phẩm hạnh, hạnh kiểm, tánh nết, cách cư xữ
v. hướng dẫn, điều khiển, quản lý, trong nôm


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: conducting
Present: conduct (3.person: conducts)
Past: conducted
Future: will conduct
Present conditional: would conduct
Present Perfect: have conducted (3.person: has conducted)
Past Perfect: had conducted
Future Perfect: will have conducted
Past conditional: would have conducted
© dictionarist.com