Ισπανικά → Αγγλικά - conducción

προφορά
[conducción (f)] n. driving; leading; conduction, conveyance

Ισπανικά → Γαλλικά - conducción

προφορά
1. (dirección) conduite (f)
2. (automóviles) tenue de route
3. (física) conduction (f); transmission (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - conducción

προφορά
n. überführung, tragen, transport, lenken, lenkung, leitung, steuerung, zuleitung, zuführung, abführung

Ισπανικά → Κορεατικά - conducción

προφορά
n. 영도, 전도


dictionary extension
© dictionarist.com