Ισπανικά → Αγγλικά - condición

προφορά
[condición (f)] n. condition, state; character; rank; factor; term; requirement, stipulation; embargo

Ισπανικά → Γερμανικά - condición

προφορά
n. veranlagung, natur, charakter, beschaffenheit, eigenschaft, verfassung, kondition, zustand, stand, stellung, lage, befund, rang, bedingung, auflage

Ισπανικά → Ρωσικά - condición

προφορά
n. условие, положение

Ισπανικά → Κορεατικά - condición

προφορά
n. 조건, 상태, 정상


dictionary extension
© dictionarist.com