Αγγλικά → Ελληνικά - conclusive

προφορά
επίθ. τελειωτικός, αδιαμφισβήτητος, πειστικός

Αγγλικά → Αγγλικά - conclusive

προφορά
adj. convincing; final and deciding
adj. conclusive, convincing; final
adj. conclusive, eventual, final, finishing

Αγγλικά → Γαλλικά - conclusive

προφορά
adj. concluant, décisif; définitif

Αγγλικά → Γερμανικά - conclusive

προφορά
adj. überzeugend; abschließend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - conclusive

προφορά
a. diragukan: yg tak diragukan lagi, meyakinkan: yg meyakinkan, menentukan: yg menentukan, pasti

Αγγλικά → Ιταλικά - conclusive

προφορά
agg. conclusivo, decisivo, finale; concludente

Αγγλικά → Πολωνικά - conclusive

προφορά
a. rozstrzygający, decydujący, dowodowy, miarodajny, stanowczy, definitywny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - conclusive

προφορά
adj. conclusivo, final

Αγγλικά → Ρουμανικά - conclusive

προφορά
a. încheiere: de încheiere, conclusiv, definitiv, decisiv, final, concludent, hotărâtor, convingător, doveditor

Αγγλικά → Ρωσικά - conclusive

προφορά
прил. заключительный, решающий, окончательный, убедительный

Αγγλικά → Ισπανικά - conclusive

προφορά
adj. conclusivo, certero, concluyente, contundente, convincente, decisivo, definitivo, terminante

Αγγλικά → Τουρκικά - conclusive

προφορά
s. son, kesin, kati, inandırıcı

Αγγλικά → Ουκρανικά - conclusive

προφορά
a. заключний, кінцевий, вирішальний, переконливий, наслідковий

Αγγλικά → Ολλανδικά - conclusive

προφορά
bn. doorslaand; overtuigend; finaal

Αγγλικά → Αραβικά - conclusive

προφορά
‏حاسم، نهائي، قاطع، فاصل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - conclusive

προφορά
(形) 决定性的, 最后的, 确实的

Αγγλικά → Κινεζικά - conclusive

προφορά
(形) 決定性的, 最後的, 確實的

Αγγλικά → Χίντι - conclusive

προφορά
a. निर्णायक, निर्णयात्मक, अंतिम, निर्णयकारी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - conclusive

προφορά
(形) 決定的な; 断定的な

Αγγλικά → Κορεατικά - conclusive

προφορά
형. 단호한; 결정적인

Αγγλικά → Βιετναμικά - conclusive

προφορά
a. để kết thúc, để xác định, quyết định, quả quyết


dictionary extension
© dictionarist.com