Ισπανικά → Αγγλικά - comprensible

προφορά
adj. understandable, comprehensible, apprehensible

Ισπανικά → Γαλλικά - comprensible

προφορά
1. (comportamiento) compréhensible; normal; naturel
2. (inteligible) compréhensible; intelligible

Ισπανικά → Γερμανικά - comprensible

προφορά
a. fasslich, fassbar, verständlich, begreiflich, erklärlich, deutlich, zusammendrückbar

Ισπανικά → Ρωσικά - comprensible

προφορά
adj. понятный, вразумительный, ясный

Ισπανικά → Κορεατικά - comprensible

προφορά
adj. 이해할 수 있는, 접근하기 쉬운


dictionary extension
© dictionarist.com