Γαλλικά → Αγγλικά - complicité

προφορά
(f) n. complicity, collusion, accompliceship

Γαλλικά → Γερμανικά - complicité

προφορά
n. beihilfe, gehilfenschaft, mitschuld, mittäterschaft

Γαλλικά → Ιταλικά - complicité

προφορά
(connivence) complicità {invariable}; connivenza (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - complicité

προφορά
(connivence) cumplicidade (f); participação (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - complicité

προφορά
n. соучастие (f), тайный сговор (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - complicité

προφορά
(connivence) complicidad (f); connivencia (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - complicité

προφορά
[la] suçortaklığı

Γαλλικά → Ολλανδικά - complicité

προφορά
(connivence) medeplichtigheid (f); compliciteit (f)


dictionary extension
© dictionarist.com