Ισπανικά → Αγγλικά - complementario

προφορά
adj. complementary; farther

Ισπανικά → Γαλλικά - complementario

προφορά
1. (general) complémentaire
2. (información) additionnel; supplémentaire; auxiliaire; complémentaire; extra
3. (objetos) auxiliaire; supplémentaire; complémentaire; accessoire; d'appoint

Ισπανικά → Γερμανικά - complementario

προφορά
a. ergänzend, zusätzlich

Ισπανικά → Ρωσικά - complementario

προφορά
adj. дополнительный

Ισπανικά → Κορεατικά - complementario

προφορά
adj. 보완적인


dictionary extension
© dictionarist.com