Ιταλικά → Αγγλικά - competente

προφορά
adj. qualified, expert, competent, experienced, able

Πορτογαλικά → Αγγλικά - competente

προφορά
adj. competent, proficient, qualified, adept; apt, sufficient, efficient; cognizant; able, capable, authoritative

Ισπανικά → Αγγλικά - competente

προφορά
adj. competent, capable, fit, suitably skilled, well qualified

Ιταλικά → Γαλλικά - competente

προφορά
1. (professione) capable; compétent; apte à
2. (persona) compétent

Ιταλικά → Γερμανικά - competente

προφορά
n. fachmann, kenner
adj. erfahren, bewandert, sachverständig, einschlägig, kompetent, berufen, sachkundig, könner, zuständig, betreffend, zünftig, entsprechend, angemessen, sachverständige

Πορτογαλικά → Γαλλικά - competente

προφορά
1. (permissão) autorisé; permis; habilité 2. (indústria) qualifié
3. (profissão) capable; compétent; apte à 4. (direito) conscient
5. (pessoa) compétent

Ισπανικά → Γαλλικά - competente

προφορά
1. (profesión) capable; compétent; apte à
2. (persona) compétent

Ισπανικά → Γερμανικά - competente

προφορά
n. instanz
a. kompetent, zuständig, befugt, sachverständig, sachkundig, fachmännisch, fachkundig, maßgebend, berufen, tüchtig, maßgeblich, betreffend, einschlägig, zünftig

Ισπανικά → Ρωσικά - competente

προφορά
adj. сведущий, правомочный, компетентный, грамотный

Ισπανικά → Κορεατικά - competente

προφορά
adj. 유능한, 자격 있는, 숙달된, 능률적인


dictionary extension
© dictionarist.com