Αγγλικά → Ελληνικά - competent

προφορά
επίθ. ικανός, αρμόδιος
ουσ. επαρκής

Αγγλικά → Αγγλικά - competent

προφορά
adj. capable, fit, suitably skilled, well qualified
adj. competent, capable, able, qualified; efficient, proficient, adequate; sound

Αγγλικά → Γαλλικά - competent

προφορά
adj. compétent, capable; qualifié, qui a les capacités requises

Αγγλικά → Γερμανικά - competent

προφορά
adj. sachkundig, kompetent

Αγγλικά → Ινδονησιακά - competent

προφορά
a. sanggup, mampu, cakap, tangkas, kekuasaan: yg mempunyai kekuasaan, kompeten, ijazah: yg diberi ijazah

Αγγλικά → Ιταλικά - competent

προφορά
agg. competente, capace, esperto, abile; sufficiente, adeguato

Αγγλικά → Πολωνικά - competent

προφορά
a. fachowy, umiejętny, należący, kompetentny, miarodajny, dostateczny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - competent

προφορά
adj. competente, capaz, adequado

Αγγλικά → Ρουμανικά - competent

προφορά
a. competent, calificat, priceput, abil, capabil, permis, avizat

Αγγλικά → Ρωσικά - competent

προφορά
прил. компетентный, знающий, авторитетный, достаточный, правомочный, полноправный

Αγγλικά → Ισπανικά - competent

προφορά
adj. competente, apto, calificado, capacitado, capaz

Αγγλικά → Τουρκικά - competent

προφορά
s. yeterli, yetenekli, ehil, yetkili; yasal

Αγγλικά → Ουκρανικά - competent

προφορά
a. компетентний, належний, спроможний, правомочний, грамотний, знаючий

Ρουμανικά → Αγγλικά - competent

a. competent, scholarly, efficient, proficient, responsible, capable, able, apt, useful, fit
adv. ably

Ολλανδικά → Αγγλικά - competent

προφορά
adj. competent, capable, fit, suitably skilled, well qualified

Αγγλικά → Ολλανδικά - competent

προφορά
bn. geschikt, passend; met talent

Ολλανδικά → Γαλλικά - competent

προφορά
1. (beroep) capable; compétent; apte à
2. (persoon) compétent
3. (bekwaamheid) habilement; adroitement; expertement

Αγγλικά → Αραβικά - competent

προφορά
‏مؤهل، كفوء، مختص، قدير، واف بالغرض، مقتدر، ذو أهلية‏

Αγγλικά → Κινεζικά - competent

προφορά
(形) 能干的, 有权能的, 胜任的; 有法定资格的

Αγγλικά → Κινεζικά - competent

προφορά
(形) 能幹的, 有權能的, 勝任的; 有法定資格的

Αγγλικά → Χίντι - competent

προφορά
a. अधिकार-युक्त, सक्षम, समर्थ, सामथर्यवान, सुयोग्य, निपुण

Αγγλικά → Ιαπωνικά - competent

προφορά
(形) 有能な; 適任の; 十分な; 正当な権限をもつ

Αγγλικά → Κορεατικά - competent

προφορά
형. 유능한, 적당한, 적합한, 자격을 갖춘

Αγγλικά → Βιετναμικά - competent

προφορά
a. đủ sức, đủ tài, có tài năng, giỏi dắn


dictionary extension
© dictionarist.com