Αγγλικά → Ελληνικά - compact

προφορά
ουσ. σύμβαση, συμβόλαιο, συμφωνία, συμπαγής, πουδριέρα, θήκη πούδρας
ρήμ. συμπυκνώνω
επίθ. πυκνός, συμπαγός

Αγγλικά → Αγγλικά - compact

προφορά
n. pact, agreement; small folding cosmetic mirror; small car
v. pack tightly together, condense; closely combine, consolidate; form, make up; contract together, form an agreement
adj. pressed tightly together; fitted into a small space; dense; condensed; consolidated; concise

Αγγλικά → Γαλλικά - compact

προφορά
n. contrat; voiture compacte; poudrier
v. établir un contrat, faire alliance
adj. compact, serré, resserré, tassé, concentré

Αγγλικά → Γερμανικά - compact

προφορά
n. Pakt; Puderdose; kleines Auto
v. Pakt schließen; Bündnis schließen
adj. zusammengepreßt, konzentriert, kompakt

Αγγλικά → Ινδονησιακά - compact

προφορά
n. bedak: tempat bedak, tas kosmetik, persetujuan, perjanjian, mobil penumpang yg kecil
v. menetalkan
a. padat, padu, tumpat, latam, pepal, rapat, tersusun rapat, kemas, pendek

Αγγλικά → Ιταλικά - compact

προφορά
s. (Cosmet) cipria compatta; portacipria; (Aut) vettura compatta
v. rendere compatto, comprimere, pressare; compendiare, riassumere; mettere insieme, comporre; compattare
agg. fitto, denso, pieno, ricco; compatto, sodo; (fig) serrato, conciso

Αγγλικά → Πολωνικά - compact

προφορά
n. ugoda, porozumienie, konwencja, puderniczka
a. gęsty, zwarty, spójny, spoisty, nabity, zbity, ścisły, zwięzły
v. zgęszczać, składać, zgęścić, złożyć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - compact

προφορά
s. pacto; carro de dimensões pequenas; caixa de pó-de-arroz
v. fazer um acordo; decretar uma aliança
adj. compacto, concentrado

Αγγλικά → Ρουμανικά - compact

προφορά
n. înţelegere, acord, învoială, convenţie, pudrieră
a. compact, dens, îndesat, condensat, gros, concis, lapidar
v. condensa, face compact, compune

Αγγλικά → Ρωσικά - compact

προφορά
с. соглашение, договор; пудреница с пудрой и румянами, прессованная пудра
г. уплотнять, сжимать, спрессовывать
прил. компактный, малогабаритный, плотный, сплошной, прессованный, сжатый (о стиле)

Αγγλικά → Ισπανικά - compact

προφορά
s. pacto
v. compactar, reducir de tamaño
adj. compacto, apelmazado, denso

Αγγλικά → Τουρκικά - compact

προφορά
f. sıkılaştırmak, yoğunlaştırmak, sıkıştırmak
i. küçük araba; sözleşme, anlaşma, pudralık
s. sıkı, yoğun; özlü, öz, kompakt, kısa ve etkili (anlatım)

Αγγλικά → Ουκρανικά - compact

προφορά
n. угода, договір, пудрениця, змова, малолітражний автомобіль
v. з'єднувати, згуртовувати, ущільнювати, стискувати
a. компактний, щільний, стислий, дебелий, малолітражний, набитий

Γαλλικά → Αγγλικά - compact

προφορά
adj. compact, dense, solid

Ιταλικά → Αγγλικά - compact

προφορά
n. compact disc, small disk used for storing computerized information

Ρουμανικά → Αγγλικά - compact

a. compact, close, indiscrete, tight, dense, stiff, solid, firm, massive
adv. compactly, densely

Ολλανδικά → Αγγλικά - compact

προφορά
adj. compact, neat

Αγγλικά → Ολλανδικά - compact

προφορά
zn. kleine auto; overeenkomst, verdrag; poederdoosje
ww. een overeenkomst aangaan; sluiting van verbond
bn. samengeperst; gekoncentreerd; kompakt

Γαλλικά → Γερμανικά - compact

προφορά
n. pocketkamera
adj. kompakt, fest, dichtgedrängt, dicht, kompakt-
abbr. cd

Γαλλικά → Ιταλικά - compact

προφορά
1. (dense) compatto; denso
2. (grandeur) compatto; piccolo
3. (concis) conciso; compatto; sommario; stringato

Γαλλικά → Πορτογαλικά - compact

προφορά
1. (dense) compacto; compactado
2. (grandeur) compacto; pequeno
3. (concis) conciso; compacto; sumário; resumido; sucinto; breve

Γαλλικά → Ρωσικά - compact

προφορά
a. компактный, малогабаритный, плотный, уплотненный, прессованный (о порошке), плотноупакованный (о структуре)

Γαλλικά → Ισπανικά - compact

προφορά
1. (dense) compacto; denso
2. (grandeur) compacto; pequeño
3. (concis) conciso; sucinto; breve; compacto

Γαλλικά → Τουρκικά - compact

προφορά
tıkız, sıkı, sıkışık

Ολλανδικά → Γαλλικά - compact

προφορά
1. (algemeen) dense
2. (dicht) compact
3. (grootte) compact

Γαλλικά → Ολλανδικά - compact

προφορά
1. (dense) compact; dicht opeen
2. (grandeur) compact; klein; smal
3. (concis) bondig; beknopt; kort; kernachtig

Αγγλικά → Αραβικά - compact

προφορά
‏عقد، إتفاقية، سيارة صغيرة، إتفاق، ميثاق، معاهدة‏
‏ركب‏
‏مدمج، متضام، ملتز، مكتنز، محكم، موجز، متراص‏

Αγγλικά → Κινεζικά - compact

προφορά
(名) 连镜小粉盒; 小型轿车#合同, 契约
(动) 使紧密; 使简洁; 压紧; 结实地组成; 订立契约
(形) 紧密的, 结实的; 小巧的; 紧凑的; 小型的

Αγγλικά → Κινεζικά - compact

προφορά
(名) 連鏡小粉盒; 小型轎車#合同, 契約
(動) 使緊密; 使簡潔; 壓緊; 結實地組成; 訂立契約
(形) 緊密的, 結實的; 小巧的; 緊湊的; 小型的

Αγγλικά → Χίντι - compact

προφορά
n. संविदा, समझौता
v. दबाना, जमना
a. सघन, ठोस, सुगठित

Αγγλικά → Ιαπωνικά - compact

προφορά
(形) ぎっしり詰まった; 小さくまとまった; 密集した; 凝縮した; 固めた; 簡潔な
(動) ぎっしり詰める; 簡潔にする; 化粧する; 協定を結ぶ
(名) 契約, 協定; コンパクト, 小型車

Αγγλικά → Κορεατικά - compact

προφορά
명. 콤팩트, 소형 자동차, 계약, 분갑
동. 꽉 채우다, 빽빽하게 하다, 밀집시키다; 압축시키다; 구성하다, 형태를 만들다
형. 꽉 들어찬; 작은 공간에 적합한; 빽빽한, 고밀도의; 밀집된; 간결한; 압축된

Αγγλικά → Βιετναμικά - compact

προφορά
n. sự thỏa thuận, hiệp ước, qui ước
v. làm cho đặc, chắc lại, kết hợp, vắn tắt
a. chật, chật nít, chen chúc, đặc, chắc


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: compacting
Present: compact (3.person: compacts)
Past: compacted
Future: will compact
Present conditional: would compact
Present Perfect: have compacted (3.person: has compacted)
Past Perfect: had compacted
Future Perfect: will have compacted
Past conditional: would have compacted
© dictionarist.com