Πορτογαλικά → Αγγλικά - comensal

προφορά
(m) n. commensal, messmate

Ισπανικά → Αγγλικά - comensal

προφορά
n. diner, one that eats; commensal, table companion

Πορτογαλικά → Γαλλικά - comensal

προφορά
(militar) commensal (m); camarade de table

Ισπανικά → Γαλλικά - comensal

προφορά
(militar) commensal (m); camarade de table

Ισπανικά → Γερμανικά - comensal

προφορά
n. tischgenosse


dictionary extension
© dictionarist.com