Αγγλικά → Αγγλικά - come to terms

προφορά
make an arrangement, settle, reach mutual agreement; face and deal a situation and come to understand totally and in an unbiased manner (e.g., "I really had no choice and I came to terms with my mom's illness")

Αγγλικά → Γαλλικά - come to terms

προφορά
arriver à un arrangement, se mettre d'accord mutuellement; s'arranger, s'accorder; accepter

Αγγλικά → Γερμανικά - come to terms

προφορά
Abfinden; Einigen; Arrangieren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - come to terms

προφορά
v. mencapai kata sepakat

Αγγλικά → Ιταλικά - come to terms

προφορά
v. transigere

Αγγλικά → Πολωνικά - come to terms

προφορά
v. dojść do porozumienia, ugodzić się

Αγγλικά → Ρουμανικά - come to terms

προφορά
v. ajunge la o înţelegere, ceda

Αγγλικά → Ρωσικά - come to terms

προφορά
г. прийти к соглашению

Αγγλικά → Ισπανικά - come to terms

προφορά
llegar a un acuerdo, ponerse de acuerdo, convenir

Αγγλικά → Τουρκικά - come to terms

προφορά
uzlaşmak, anlaşmak, hesaplaşmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - come to terms

προφορά
v. домовитися, умова: прийняти умови

Αγγλικά → Ολλανδικά - come to terms

προφορά
tot een regeling komen,klaarspelen, tot wederzijdse verstandhouding komen; een situatie en de gevolgen voor ogen zien en totaal begrijpen en op een onbevoordeelde wijze (Bv. "Ik had geeen keus en zag de situatie en gevolgen van moeders ziekte voor ogen")

Αγγλικά → Αραβικά - come to terms

προφορά
‏توصل الى تفاهم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - come to terms

προφορά
达成协议

Αγγλικά → Κινεζικά - come to terms

προφορά
達成協定

Αγγλικά → Χίντι - come to terms

προφορά
v. समझौते पर पहुंचना

Αγγλικά → Κορεατικά - come to terms

προφορά
타협이 이루어지다


© dictionarist.com