Αγγλικά → Ελληνικά - column

προφορά
ουσ. στήλη, κίων, κολόνα, στύλος, φάλαγγα

Αγγλικά → Αγγλικά - column

προφορά
n. pillar (Architecture); line (people or things); vertical row of words or numbers (in a book, newspaper, etc.); regular feature (in a newspaper, magazine, etc.)
n. column, pillar (Architecture); vertical row of words or numbers (in a book, newspaper, etc.), regular feature (in a newspaper, magazine, etc.)

Αγγλικά → Γαλλικά - column

προφορά
n. pilier; colonne, ligne, rubrique

Αγγλικά → Γερμανικά - column

προφορά
n. Säule; Seite, Spalte

Αγγλικά → Ινδονησιακά - column

προφορά
n. tiang, gumpalan seperti tiang, kolom, lajur, karangan, artikel, ruang, ruangan, pasukan, kolone

Αγγλικά → Ιταλικά - column

προφορά
s. colonna; rubrica; montante

Αγγλικά → Πολωνικά - column

προφορά
n. kolumna, filar, słup, słupek, szpalta, łam, rubryka, dział

Αγγλικά → Πορτογαλικά - column

προφορά
s. coluna, pilastra, escora; série

Αγγλικά → Ρουμανικά - column

προφορά
n. coloană, stâlp, pilastru, şir, reazem, rubrică, articol, foileton, stivă

Αγγλικά → Ρωσικά - column

προφορά
с. колонна, столб, столбец, колонка, графа; стойка; строй кильватера

Αγγλικά → Ισπανικά - column

προφορά
s. columna, pilar

Αγγλικά → Τουρκικά - column

προφορά
i. kolon; sütun; basamak [mat.]; direk; makale

Αγγλικά → Ουκρανικά - column

προφορά
n. колона, стовп, графа, колонка, розділ, шпальта

Ολλανδικά → Αγγλικά - column

προφορά
n. column, pillar (Architecture); vertical row of words or numbers (in a book, newspaper, etc.), regular feature (in a newspaper, magazine, etc.)

Αγγλικά → Ολλανδικά - column

προφορά
zn. kolom; rij, colonne; rubriek

Αγγλικά → Αραβικά - column

προφορά
‏عمود، عمود في صحيفة، رتل، طابور، خانة، صف طويل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - column

προφορά
(名) 专栏, 纵队, 圆柱

Αγγλικά → Κινεζικά - column

προφορά
(名) 專欄, 縱隊, 圓柱

Αγγλικά → Χίντι - column

προφορά
n. स्तंभ, काँलम, खंभा, लाट, क़तार, मद

Αγγλικά → Ιαπωνικά - column

προφορά
(名) 円柱(建築); 列(人またはもの); 縦の段(本や新聞など); 連載記事(新聞や雑誌など)

Αγγλικά → Κορεατικά - column

προφορά
명. 기둥 (건축); 선, 줄 ( 사람 또는 사물들의); 단어나 숫자의 수직적인 줄 ( 책에서 또는 신문 등에서); 정기 기고난 ( 신문이나 잡지에서)

Αγγλικά → Βιετναμικά - column

προφορά
n. cây cột, trụ, hàng, đội, đội quân, đi thành hai hàng, đảng phái, cột chữ


dictionary extension
© dictionarist.com