Αγγλικά → Αγγλικά - collide with

προφορά
v. crash against, hit against (e.g., "She collided with the tree")

Αγγλικά → Γαλλικά - collide with

προφορά
v. heurter, tamponner; entrer en collision avec; aborder (navire)

Αγγλικά → Γερμανικά - collide with

προφορά
v. auflaufen, aufprallen

Αγγλικά → Πορτογαλικά - collide with

προφορά
v. abalroar

Αγγλικά → Ισπανικά - collide with

προφορά
chocar, chocar con (el auto), colisionar con (el auto)

Αγγλικά → Τουρκικά - collide with

προφορά
çarp

Αγγλικά → Ολλανδικά - collide with

προφορά
ww. opbotsen tegen, botsen tegen, botsen op, slaan tegen (Bv. "Zij botste tegen de boom")

Αγγλικά → Κορεατικά - collide with

προφορά
동. 충돌하다


dictionary extension
© dictionarist.com