Αγγλικά → Ελληνικά - collection

προφορά
ουσ. συλλογή, είσπραξη, έρανος, σωρός

Αγγλικά → Αγγλικά - collection

προφορά
n. group of objects that have been collected; money collected from people; accumulation
n. collection; series; raising, miscellany

Αγγλικά → Γαλλικά - collection

προφορά
n. collection, ramassage, rassemblement; encaissement

Αγγλικά → Γερμανικά - collection

προφορά
n. Sammlung; Kollektion; Inkasso; Ansammlung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - collection

προφορά
n. rangkaian, kumpulan, bundel, bendel, pengumpulan, pungutan, pemungutan, inkaso, koleksi

Αγγλικά → Ιταλικά - collection

προφορά
s. raccolta; collezione; gruppo; colletta; serie; (Comm) riscossione, esazione; (Post) levata

Αγγλικά → Πολωνικά - collection

προφορά
n. zgromadzenie, nagromadzenie, gromadzenie, zbiór, zbiórka, kupa, odebranie, odbiór, składka, zwożenie, kolekcja, gabinet, pobór, pobieranie, podjęcie, inkaso, inkasowanie, kwesta
a. inkasowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - collection

προφορά
s. coleção; cobrança; recoleta

Αγγλικά → Ρουμανικά - collection

προφορά
n. strângere, adunare, colectare, colecţie, culegere, reuniune, grămadă, mormânt, repertoriu

Αγγλικά → Ρωσικά - collection

προφορά
с. собирание, собрание; сбор, денежные пожертвования, денежный сбор, инкассо; коллекция, скопление; толпа; экзамены в конце семестра

Αγγλικά → Ισπανικά - collection

προφορά
s. colección, álbum, antología, compendio, compilación, recolección, recopilación; cobranza, cobro, colecta, recaudación; recogida; allegamiento

Αγγλικά → Τουρκικά - collection

προφορά
i. toplama, toplanma, derleme; toplanmış yardım; para toplama, koleksiyon; tahsilât; tabaka; yığın

Αγγλικά → Ουκρανικά - collection

προφορά
n. колекція, збірник, зібрання, збірка, збирання, стягання, скупчення, збіговисько

Γαλλικά → Αγγλικά - collection

προφορά
(f) n. collection; series; raising, miscellany

Αγγλικά → Ολλανδικά - collection

προφορά
zn. verzameling; collectie; inzameling

Γαλλικά → Γερμανικά - collection

προφορά
n. sammlung, kollektion, galerie, reihe, serie

Γαλλικά → Ιταλικά - collection

προφορά
1. (hobby) raccolta (f); collezione (f)
2. (art) portfolio {invariable}

Γαλλικά → Πορτογαλικά - collection

προφορά
1. (hobby) coleção (f)
2. (art) book (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - collection

προφορά
n. коллекция (f), собрание (f), комплект (f), смесь (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - collection

προφορά
1. (hobby) colección (f)
2. (art) cartera (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - collection

προφορά
[la] koleksiyon

Γαλλικά → Ολλανδικά - collection

προφορά
1. (hobby) collectie (f); verzameling (f)
2. (art) portefeuille (m)

Αγγλικά → Αραβικά - collection

προφορά
‏تراكم، مجموعة، مال يجمع للأعمال الخيرية، رباطة جأش، جمع‏

Αγγλικά → Κινεζικά - collection

προφορά
(名) 收藏; 搜集品; 征收

Αγγλικά → Κινεζικά - collection

προφορά
(名) 收藏; 搜集品; 徵收

Αγγλικά → Χίντι - collection

προφορά
n. संग्रह, संग्रहण, मजमूआ, संचय, संचयन, संकलन, संचित वस्तु, उगाही

Αγγλικά → Ιαπωνικά - collection

προφορά
(名) コレクション; 収集; 回収; 採集; 収集物; 集合; 集金; 募金

Αγγλικά → Κορεατικά - collection

προφορά
명. 수집물; 모금한 돈; 축적

Αγγλικά → Βιετναμικά - collection

προφορά
n. sự hội hợp, tụ lại, kết hợp, sự lấy lại, thâu lại, sự thâu, sự lấy, sự chuyên chở, sự quyên tiền


dictionary extension
© dictionarist.com