Ιταλικά → Αγγλικά - coito

προφορά
n. coition, copulation, sexual intercourse, coupling

Πορτογαλικά → Αγγλικά - coito

προφορά
(m) n. coitus, coition, coupling, copulation, intercourse

Ισπανικά → Αγγλικά - coito

προφορά
n. intercourse, coitus

Ιταλικά → Γαλλικά - coito

προφορά
(fisiologia) coït (m)

Ιταλικά → Γερμανικά - coito

προφορά
n. beischlaf, koitus, zeugungsakt

Πορτογαλικά → Γαλλικά - coito

προφορά
(fisiologia) coït (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - coito

προφορά
(fisiología) coït (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - coito

προφορά
n. beischlaf, koitus, begattung, geschlechtsakt


dictionary extension
© dictionarist.com