Αγγλικά → Ελληνικά - climbing

προφορά
ουσ. ανάβαση, ορειβασία

Αγγλικά → Αγγλικά - climbing

προφορά
n. scaling, going up, ascending

Αγγλικά → Γαλλικά - climbing

προφορά
n. montée, ascension

Αγγλικά → Γερμανικά - climbing

προφορά
[climb] v. klettern
n. Klettern, Aufsteigen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - climbing

προφορά
n. pendakian, penanjakan

Αγγλικά → Ιταλικά - climbing

προφορά
s. arrampicata, salita

Αγγλικά → Πολωνικά - climbing

προφορά
n. wspinaczka, pięcie się
a. wspinaczkowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - climbing

προφορά
s. escalada, subida

Αγγλικά → Ρουμανικά - climbing

προφορά
n. urcare, ascensiune, escaladare, suiş, alpinism
a. agăţător, ascendent, căţărător, suitor

Αγγλικά → Ρωσικά - climbing

προφορά
с. восхождение, влезание

Αγγλικά → Ισπανικά - climbing

προφορά
s. ascenso, ascensión, escalada; alpinismo, andinismo, montañismo

Αγγλικά → Τουρκικά - climbing

προφορά
i. tırmanış, tırmanma, dağcılık, artış

Αγγλικά → Ουκρανικά - climbing

προφορά
n. сходження, вилізання, лаження
a. виткий

Αγγλικά → Ολλανδικά - climbing

προφορά
zn. het klimmen, het stijgen

Αγγλικά → Αραβικά - climbing

προφορά
‏التسلق‏
‏متسلق، مساميري‏

Αγγλικά → Κινεζικά - climbing

προφορά
(名) 攀登

Αγγλικά → Κινεζικά - climbing

προφορά
(名) 攀登

Αγγλικά → Χίντι - climbing

προφορά
n. चढ़ना, आरोहण
a. चढ़ाई का

Αγγλικά → Ιαπωνικά - climbing

προφορά
(名) よじのぼること
(動) 登る; 登山する; 上がる, 上昇する; 上り坂になる

Αγγλικά → Κορεατικά - climbing

προφορά
명. 기어오름

Αγγλικά → Βιετναμικά - climbing

προφορά
n. loài chim hay leo, cây leo, sự bay lên


© dictionarist.com