Αγγλικά → Ελληνικά - clerical

προφορά
επίθ. κληρικός, γραφικός, ιερατικός, υπαλληλικός

Αγγλικά → Αγγλικά - clerical

προφορά
adj. of the clergy; bureaucratic, pertaining to the work of clerks
adj. cleric, clerical

Αγγλικά → Γαλλικά - clerical

προφορά
adj. clérical, relatif au clergé; relatif aux clercs, aux employés de bureau

Αγγλικά → Γερμανικά - clerical

προφορά
adj. kirchlich, klerikal; beamtenhaft

Αγγλικά → Ινδονησιακά - clerical

προφορά
a. pendeta: yg berhubung dgn pendeta, klerkal, juru tulis: yg berhubung dgn pekerjaan juru tulis

Αγγλικά → Ιταλικά - clerical

προφορά
agg. impiegatizio, d'ufficio; ecclesiastico, clericale

Αγγλικά → Πολωνικά - clerical

προφορά
a. klerykalny, biurowy, pisemny, urzędniczy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - clerical

προφορά
adj. clerical, eclesiástico; relativo a escritório

Αγγλικά → Ρουμανικά - clerical

προφορά
n. adept al clericalismului
a. clerical, scriere: de scriere, duhovnicesc, ecleziastic

Αγγλικά → Ρωσικά - clerical

προφορά
прил. духовный, клерикальный, канцелярский

Αγγλικά → Ισπανικά - clerical

προφορά
adj. clerical, eclesiástico; oficinesco, levítico

Αγγλικά → Τουρκικά - clerical

προφορά
s. büro işleriyle ilgili, yazı işleriyle ilgili, büro, yazı; rahiplere ait, rahiplerle ilgili, kilisenin yönetime karışması taraftarı

Αγγλικά → Ουκρανικά - clerical

προφορά
n. духовний: духовна особа, клерикал
a. духовний, клерикальний, канцелярський

Πορτογαλικά → Αγγλικά - clerical

προφορά
adj. cleric, clerical, priestly, ministerial

Ρουμανικά → Αγγλικά - clerical

n. churchman
a. cleric, clerical

Ισπανικά → Αγγλικά - clerical

προφορά
adj. cleric, clerical

Αγγλικά → Ολλανδικά - clerical

προφορά
bn. van dominee, van predikant; van kantoorwerk

Πορτογαλικά → Γαλλικά - clerical

προφορά
(religião) clérical

Ισπανικά → Γαλλικά - clerical

προφορά
(religión) clérical

Ισπανικά → Γερμανικά - clerical

προφορά
a. geistlich, klerikal, kirchlich, pfäffisch

Ισπανικά → Ρωσικά - clerical

προφορά
n. церковник,
adj. клерикальный

Αγγλικά → Αραβικά - clerical

προφορά
‏كاهن، شخص يعمل لنفوذ الكنيسة‏
‏كهنوتي، إكليركي، الكتبة، نسخي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - clerical

προφορά
(形) 牧师的; 书记的

Αγγλικά → Κινεζικά - clerical

προφορά
(形) 牧師的; 書記的

Αγγλικά → Χίντι - clerical

προφορά
a. याजकीय, दफ़्तरी, दफ़्तर का, लिपिक-विषयक, पादरी-संबंधी, लिपक-संबंधी, संसद्‌ का पादरी सदस्य

Αγγλικά → Ιαπωνικά - clerical

προφορά
(形) 聖職の; 書記の

Αγγλικά → Κορεατικά - clerical

προφορά
형. 성직자의; 서기의, 서기직의

Αγγλικά → Βιετναμικά - clerical

προφορά
a. thuộc về giới, hàng tu sỉ, việc biên chép

Ισπανικά → Κορεατικά - clerical

προφορά
n. 성당지기
adj. 성직자의


dictionary extension
© dictionarist.com