Αγγλικά → Ελληνικά - clause

προφορά
ουσ. παράγραφος, ρήτρα, όρος, αίρεση, άρθρο συνθήκης, πρόταση, πρόταση συντακτική, ρήτρα συμβολαίου

Αγγλικά → Αγγλικά - clause

προφορά
n. paragraph, section (in a document); part of a sentence which contains a subject and predicate (Grammar)
n. clause, paragraph

Αγγλικά → Γαλλικά - clause

προφορά
n. clause; paragraphe; proposition (grammaire); subordonnée (grammaire)

Αγγλικά → Γερμανικά - clause

προφορά
n. Klausel, Satz

Αγγλικά → Ινδονησιακά - clause

προφορά
n. pasal, ayat, ketentuan, klausula, anak kalimat

Αγγλικά → Ιταλικά - clause

προφορά
s. (Gramm) proposizione; (Dir, Comm) clausola

Αγγλικά → Πολωνικά - clause

προφορά
n. warunek, klauzula, paragraf, człon {gram.}, zdanie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - clause

προφορά
s. cláusula de condição; cláusula de oração gramatical

Αγγλικά → Ρουμανικά - clause

προφορά
n. clauză, propoziţie

Αγγλικά → Ρωσικά - clause

προφορά
с. статья, пункт, условие, оговорка, клаузула, предложение

Αγγλικά → Ισπανικά - clause

προφορά
s. cláusula, acápite, estatuto, estipulación, inciso, oración

Αγγλικά → Τουρκικά - clause

προφορά
i. cümle, cümlecik; madde, bent; fıkra

Αγγλικά → Ουκρανικά - clause

προφορά
n. стаття, пункт, застереження, речення, артикул, клаузула
v. розділити на статті

Γαλλικά → Αγγλικά - clause

προφορά
(f) n. clause, paragraph

Αγγλικά → Ολλανδικά - clause

προφορά
zn. clausule; bijzin (in grammatica)

Γαλλικά → Γερμανικά - clause

προφορά
n. klausel, bestimmung

Γαλλικά → Ιταλικά - clause

προφορά
1. (restriction) disposizione (f); clausola (f)
2. (contrat) clausola (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - clause

προφορά
1. (restriction) estipulação (f)
2. (contrat) cláusula (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - clause

προφορά
n. условие (f), статья (договора) (f), клаузула (юр.) (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - clause

προφορά
1. (restriction) disposición (f); salvedad (f)
2. (contrat) cláusula (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - clause

προφορά
[la] kayıt, şart, koşul; madde

Γαλλικά → Ολλανδικά - clause

προφορά
1. (restriction) bepaling (f); voorwaarde (f)
2. (contrat) clausule (m/f); bepaling (f); stipulering (f)

Αγγλικά → Αραβικά - clause

προφορά
‏بند، فقرة، جملة، مادة من قانون، مادة من معاهدة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - clause

προφορά
(名) 子句; 条款

Αγγλικά → Κινεζικά - clause

προφορά
(名) 子句; 條款

Αγγλικά → Χίντι - clause

προφορά
n. गौण वक्य, धारा, अनुच्छेद, उपधारा, उपनियम, दफ़ा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - clause

προφορά
(名) 条項(文書内の); 主語と述語を含む文章の部分(文法)

Αγγλικά → Κορεατικά - clause

προφορά
명. 절, 단락(서류에서); 주어와 술어를 가지고 있는 복문(문법)

Αγγλικά → Βιετναμικά - clause

προφορά
n. điều khoản, chủ yếu, mệnh đề, câu ngắn, điều lệ, đoạn ngắn, cốt yếu


dictionary extension
© dictionarist.com