Αγγλικά → Ελληνικά - classify

προφορά
ρήμ. ταξινομώ, κατατάσσω

Αγγλικά → Αγγλικά - classify

προφορά
v. group, sort, arrange systematically; make confidential

Αγγλικά → Γαλλικά - classify

προφορά
v. classifier, classer, ranger; classer secret

Αγγλικά → Γερμανικά - classify

προφορά
v. sortieren; einstufen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - classify

προφορά
v. membagi, membagikan, menggolongkan

Αγγλικά → Ιταλικά - classify

προφορά
v. classificare, dividere in categorie; assegnare a una classe

Αγγλικά → Πολωνικά - classify

προφορά
v. klasyfikować, kategoryzować, gatunkować, grupować, zaklasyfikować, rozklasyfikować, sortować, posortować, rozsortować, segregować, posegregować, rozsegregować, zaszeregować, zakwalifikować, sklasyfikować, zaszeregowywać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - classify

προφορά
v. classificar; separar; classificar como secreto

Αγγλικά → Ρουμανικά - classify

προφορά
v. clasifica, clasa, grupa, categorisi, orândui, declara

Αγγλικά → Ρωσικά - classify

προφορά
г. классифицировать, засекретить

Αγγλικά → Ισπανικά - classify

προφορά
v. clasificar, archivar, catalogar, categorizar, clasificar en categorías, encasillar, enmarcar, indexar, ordenar, poner en grupos ordenados, separar en categorías, tipificar; restringir, clasificarse

Αγγλικά → Τουρκικά - classify

προφορά
f. sınıflandırmak, sınıflamak, ayırmak, tasnif etmek; gizli olduğunu duyurmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - classify

προφορά
v. класифікувати, розподіляти за категоріями, засекретити, сортувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - classify

προφορά
ww. selecteren; als geheim classificeren

Αγγλικά → Αραβικά - classify

προφορά
‏صنف، بوب، عنون‏

Αγγλικά → Κινεζικά - classify

προφορά
(动) 分类, 分等, 归类

Αγγλικά → Κινεζικά - classify

προφορά
(動) 分類, 分等, 歸類

Αγγλικά → Χίντι - classify

προφορά
v. वर्गीकृत करना, श्रेणीबद्ध करना, क्रमबद्ध करना, श्रेणी देना, वर्ग-निर्धारण करना, वर्गीकरण करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - classify

προφορά
(動) 分類する; 等級に分ける; 機密扱いにする

Αγγλικά → Κορεατικά - classify

προφορά
동. 분류하다, 체계적으로 정돈하다; 비밀로 하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - classify

προφορά
v. phân hạng, phân loại


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: classifying
Present: classify (3.person: classifies)
Past: classified
Future: will classify
Present conditional: would classify
Present Perfect: have classified (3.person: has classified)
Past Perfect: had classified
Future Perfect: will have classified
Past conditional: would have classified
© dictionarist.com