Πορτογαλικά → Αγγλικά - clarividente

προφορά
n. clairvoyant, one who has extrasensory perception

Ισπανικά → Αγγλικά - clarividente

προφορά
adv. farsightedly

Ισπανικά → Γαλλικά - clarividente

προφορά
1. (futuro) prévoyant; clairvoyant
2. (futuro - hombre) voyant (m); extra-lucide (m); visionnaire (m); prophète (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - clarividente

προφορά
n. hellseher
a. weitsichtig, weitblickend, scharfblickend, klarblickend, hellseherisch, hellsichtig

Ισπανικά → Ρωσικά - clarividente

προφορά
n. ясновидец, ясновидящий,
adj. проницательный

Ισπανικά → Κορεατικά - clarividente

προφορά
n. 천리
adj. 투시의, 시력이 좋은


dictionary extension
© dictionarist.com