Αγγλικά → Ελληνικά - clamour

προφορά
ουσ. κραυγή, οχλοβοή, βοή
ουσ. ουρλιάζω, κραυγάζω, φωνάζω

Αγγλικά → Αγγλικά - clamour

προφορά
n. noise, commotion, uproar (alternate spelling for clamor)
n. shout, yell; demand noisily, claim noisily

Αγγλικά → Γαλλικά - clamour

προφορά
n. clameur, cri, vociférations; tollé
n. crier, vociférer; réclamer

Αγγλικά → Γερμανικά - clamour

προφορά
n. Lärm, Geschrei, Aufruhr (andere Schreibweise für clamor)
n. schreien, brüllen; etwas lautstark verlangen, etwas laut fordern

Αγγλικά → Ινδονησιακά - clamour

προφορά
n. kebisingan, keributan, kegegeran, teriakan, teriak, tuntutan
v. menuntut dgn ramai

Αγγλικά → Ιταλικά - clamour

προφορά
s. clamore, schiamazzo, vocio; lagnanze, lamentele, proteste (come in clamor)
s. rumoreggiare, schiamazzare, vociare, protestare, far rimostranze (come in clamor)

Αγγλικά → Πολωνικά - clamour

προφορά
n. krzyk, wrzask, wrzawa, hałas, jazgot, napieranie, larum, barwa
v. wołać, wrzasnąć, larum: podnieść larum, gardłować, jazgotać, zajazgotać, protestować, rozbijać się

Αγγλικά → Πορτογαλικά - clamour

προφορά
s. clamor, gritaria, barulho; protesto público, manifestação
s. clamar, vociferar, gritar; influenciar por meio de clamor

Αγγλικά → Ρουμανικά - clamour

προφορά
n. zgomot, gălăgie, plângere zgomotoasă, vociferări, reclamaţie, strigăt puternic
v. face gălăgie, reclama zgomotos, striga, vocifera

Αγγλικά → Ρωσικά - clamour

προφορά
с. шум, крики, шумные протесты, возмущение, ропот
с. кричать, шумно требовать, галдеть

Αγγλικά → Ισπανικά - clamour

προφορά
s. Grito, vociferación, ruido, clamoreo (como en clamor)
s. Gritar, vociferar; demandar a voces (como en clamor)

Αγγλικά → Τουρκικά - clamour

προφορά
i. gürültü, karışıklık, patırtı, yaygara, feryat, haykırma
i. gürültü etmek, yaygara koparmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - clamour

προφορά
n. шум, галас, вимога: гучні вимоги, протест: шумні протести, ремствування, нарікання, гам, гомін, гамір, мето
v. кричати, галасувати, шуміти, голосно вимагати, бурхливо висловлювати протест, зикати

Αγγλικά → Ολλανδικά - clamour

προφορά
zn. herrie, lawaai, geraas; protest; aanklacht
zn. schreeuwen, tieren; protesteren, zijn stem verheffen

Αγγλικά → Αραβικά - clamour

προφορά
‏عجيج، مطالبة صاخبة، ضوضاء، لغط، تذمر غاضب، صخب، جلبة‏
‏جعجع، عج، تذمر، صرخ، طالب بصخب، صخب، حدث ضجة متواصلة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - clamour

προφορά
(名) 吵闹, 噪音, 骚动, 喧嚣 (也可以拼作 clamor)
(名) 叫声, 喊叫; 吵嚷地要求, 喧嚷地表明

Αγγλικά → Κινεζικά - clamour

προφορά
n. 叫囂 (jıao4 xıao1), 噪 (zao4), 諠 (xuan1), 喧 (xuan1), 嘩 (hua1), 囂 (xıao1)
v. 叫嚷 (jıao4 rang3), 喊叫 (han3 jıao4), 咚 (dong1)

Αγγλικά → Χίντι - clamour

προφορά
n. शोर, धूम, कोलाहल
v. शोर मचाना, धूम मचाना, चिल्लाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - clamour

προφορά
(名) 叫ぶ, 叫び声をあげる; うるさく要求する, うるさく請求する
(名) 騒音, 騒動, 騒ぎ(clamorとも綴る)

Αγγλικά → Κορεατικά - clamour

προφορά
명. 떨들썩함, 부르짖음
명. 외치다, 시끄럽게 요구하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - clamour

προφορά
n. tiếng kêu la, tiếng ầm ầm
v. kêu la, la hét
a. làm ồn ào, làm ầm ỹ


dictionary extension
© dictionarist.com