Αγγλικά → Ελληνικά - cite

προφορά
ρήμ. παραθέτω, κλητεύω, μνημονεύω, αναφέρω, εγκαλώ

Αγγλικά → Αγγλικά - cite

προφορά
v. quote; officially praise; summon to a court of law
n. ile de la Cite
v. cite, quote; mention, summon someone to appear

Αγγλικά → Γαλλικά - cite

προφορά
v. citer; assigner

Αγγλικά → Γερμανικά - cite

προφορά
v. zitieren; auszeichnen; herzitieren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - cite

προφορά
v. menyebut, menyebuntukan, memperturunkan, mengutip, memetik

Αγγλικά → Ιταλικά - cite

προφορά
v. citare; fare riferimento a; portare come modello; encomiare

Αγγλικά → Πολωνικά - cite

προφορά
v. zacytować, cytować, wezwać, pochwała: udzielać pochwały, wzywać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - cite

προφορά
v. citar; elogiar, glorificar; intimar (chamar a juízo)

Αγγλικά → Ρουμανικά - cite

προφορά
v. cita, menţiona, pomeni, pomeni de

Αγγλικά → Ρωσικά - cite

προφορά
г. ссылаться, сослаться, цитировать; вызывать в суд; упоминать в списках отличившихся

Αγγλικά → Ισπανικά - cite

προφορά
v. hablar de, mencionar, referirse a, sacar a colación; citar, citar legalmente

Αγγλικά → Τουρκικά - cite

προφορά
f. alıntı yapmak, bahsetmek, anmak, aktarmak, celbetmek, çağırmak (mahkemeye), takdiri açıklamak

Αγγλικά → Ουκρανικά - cite

προφορά
v. цитувати, посилатися, наводити, перелічувати, згадувати, викликати, притягати до судовой відповідальності

Γαλλικά → Αγγλικά - cite

προφορά
[Cité] n. ile de la Cite

Ισπανικά → Αγγλικά - cite

προφορά
[citar] v. make an appointment; date; summon, order to appear before a court; adduce, cite as evidence; quote, cite

Αγγλικά → Ολλανδικά - cite

προφορά
ww. ciiteren, aanhalen; onderscheiden; oproepen (om voor de rechtbank te verschijnen)

Αγγλικά → Αραβικά - cite

προφορά
‏دعا للمثول أمام القضاء، إستشهد، نوه، شيد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - cite

προφορά
(动) 引用; 提名表扬; 引证

Αγγλικά → Κινεζικά - cite

προφορά
(動) 引用; 提名表揚; 引證

Αγγλικά → Χίντι - cite

προφορά
v. हवाला देना, उद्धरण देना, अदालत में तलब करना, उद्धृत करना, उद्धरण करना, तलब करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - cite

προφορά
(動) 引用する; 出廷を命じる; 表彰する

Αγγλικά → Κορεατικά - cite

προφορά
동. 인용하다; 공식적으로 표창하다; 법정으로 소환하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - cite

προφορά
v. viện chứng, nhắt lại lời nói
a. đòi ra tòa, dẫn chứng

Γερμανικά → Κινεζικά - cite

προφορά
西黛。化妆品品牌。


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: citing
Present: cite (3.person: cites)
Past: cited
Future: will cite
Present conditional: would cite
Present Perfect: have cited (3.person: has cited)
Past Perfect: had cited
Future Perfect: will have cited
Past conditional: would have cited
© dictionarist.com