Αγγλικά → Ελληνικά - circulate

προφορά
ρήμ. κυκλοφορώ

Αγγλικά → Αγγλικά - circulate

προφορά
v. move around, move from place to place; distribute, pass around, hand out

Αγγλικά → Γαλλικά - circulate

προφορά
v. circuler, rouler; faire circuler, répandre

Αγγλικά → Γερμανικά - circulate

προφορά
v. zirkulieren; verbreiten

Αγγλικά → Ινδονησιακά - circulate

προφορά
v. beredar, mengedarkan, memperedarkan, melegarkan, berkunjung

Αγγλικά → Ιταλικά - circulate

προφορά
v. circolare; diffondersi, divulgarsi; girare fra; essere venduto; (Mat) ricorrere

Αγγλικά → Πολωνικά - circulate

προφορά
v. obieg: puścić w obieg, rozpowszechniać, biegać, cyrkulować, obiec, przelecieć, obiegać, przelatywać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - circulate

προφορά
v. circular; transitar livremente; lançar (um produto), propagar (um rumor)

Αγγλικά → Ρουμανικά - circulate

προφορά
v. circula, rula, umbla, pune în circulaţie, răspândi, transmite, lansa

Αγγλικά → Ρωσικά - circulate

προφορά
г. иметь круговое движение, циркулировать, распространяться; передавать, рассылать циркуляры, рассылать проспекты; быть в обращении, обращаться; повторяться

Αγγλικά → Ισπανικά - circulate

προφορά
v. circular, transitar; distribuir, propagar

Αγγλικά → Τουρκικά - circulate

προφορά
f. dolaşmak, deveran etmek, devretmek, tedavül etmek, yayılmak, yaymak, dolaştırmak; tedavül ettirmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - circulate

προφορά
v. рухатися по колу, циркулювати, передавати, розсилати, роздавати, поширюватися, переходити з рук в руки, обіг: бути в обігу, потворюватися, поширювати

Αγγλικά → Ολλανδικά - circulate

προφορά
ww. vrij rondlopen; uitdelen, ronddelen; bekend maken

Αγγλικά → Αραβικά - circulate

προφορά
‏تداول الأيدي، نشر، روج، أذاع، إنتشر، إنتقل من شخص إلى شخص، سرى، روح‏

Αγγλικά → Κινεζικά - circulate

προφορά
(动) 循环, 环行; 传阅; 传播, 流传; 流通; 使循环; 传递; 使传播; 传阅

Αγγλικά → Κινεζικά - circulate

προφορά
(動) 循環, 環行; 傳閱; 傳播, 流傳; 流通; 使循環; 傳遞; 使傳播; 傳閱

Αγγλικά → Χίντι - circulate

προφορά
v. फिरना, घूमना, चक्कर खाना, प्रसारित होना, प्रसारित करना, संचारित होना, संचारित करना, घुमाना, गरदानना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - circulate

προφορά
(動) 循環する; 循環させる; 広まる; 流布する; 回る; 回す

Αγγλικά → Κορεατικά - circulate

προφορά
동. 여기저기 돌아다니다, 이곳저곳 다니다; 유포하다, 퍼뜨리다

Αγγλικά → Βιετναμικά - circulate

προφορά
v. đi lại, vảng lai, lưu thông, lưu hành, cho lưu hành, cho phát hành, truyền tin, chuyền tay nhau


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: circulating
Present: circulate (3.person: circulates)
Past: circulated
Future: will circulate
Present conditional: would circulate
Present Perfect: have circulated (3.person: has circulated)
Past Perfect: had circulated
Future Perfect: will have circulated
Past conditional: would have circulated
© dictionarist.com