Πορτογαλικά → Αγγλικά - científico

προφορά
adj. sciential, knowledgeable; scientific, methodical, systematic

Ισπανικά → Αγγλικά - científico

προφορά
adj. scientific

Πορτογαλικά → Γαλλικά - científico

προφορά
(geral) scientifique

Ισπανικά → Γαλλικά - científico

προφορά
1. (general) scientifique
2. (ciencia - hombre) scientifique (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - científico

προφορά
n. naturwissenschaftler, wissenschaftler
a. wissenschaftlich, gelehrt

Ισπανικά → Ρωσικά - científico

προφορά
adj. научный, ученый

Ισπανικά → Κορεατικά - científico

προφορά
n. 신앙요법, 과학자
adj. 과학적인, 석학


dictionary extension
© dictionarist.com