Αγγλικά → Ελληνικά - churlish

προφορά
επίθ. βάναυσος, στριμμένος

Αγγλικά → Αγγλικά - churlish

προφορά
adj. brutish, surly, rude

Αγγλικά → Γαλλικά - churlish

προφορά
adj. rustre, malotru

Αγγλικά → Γερμανικά - churlish

προφορά
adj. flegelhaft, unerzogen; geizig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - churlish

προφορά
a. sopan: tdk sopan, kasar, tahu adat: yg tdk tahu adat, aturan: yg tdk tahu aturan, keras hati, tekun, gigih

Αγγλικά → Ιταλικά - churlish

προφορά
agg. irascibile, maleducato

Αγγλικά → Πολωνικά - churlish

προφορά
a. grubiański, nieokrzesany, gburowaty, chamski, burkliwy, ordynarny, prostaczkowaty, mrukliwy, mrukowaty

Αγγλικά → Πορτογαλικά - churlish

προφορά
adj. campestre, campesino, não educado

Αγγλικά → Ρουμανικά - churlish

προφορά
a. grosolan, necioplit, bădăran, mojicesc, vulgar, ursuz, zgârcit, avar

Αγγλικά → Ρωσικά - churlish

προφορά
прил. грубый, скупой, упорный, неподатливый, неблагодарный, труднообрабатываемый, тугоплавкий

Αγγλικά → Ισπανικά - churlish

προφορά
adj. maleducado, craso, grosero, tosco

Αγγλικά → Τουρκικά - churlish

προφορά
s. vahşi, kaba, ters, huysuz, terbiyesiz, pinti, cimri

Αγγλικά → Ουκρανικά - churlish

προφορά
a. грубий, непривітний, скупий, скнарий, упертий, непіддатливий, невдячний

Αγγλικά → Ολλανδικά - churlish

προφορά
bn. boers, lomp

Αγγλικά → Αραβικά - churlish

προφορά
‏فظ، غليظ، صعب المراس، جاف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - churlish

προφορά
(形) 粗野的

Αγγλικά → Κινεζικά - churlish

προφορά
(形) 粗野的

Αγγλικά → Χίντι - churlish

προφορά
a. अशिष्ट, गंवार, अक्खड़

Αγγλικά → Ιαπωνικά - churlish

προφορά
(形) 野卑な; 耕作しにくい

Αγγλικά → Κορεατικά - churlish

προφορά
형. 야비한, 인색한, 경작하기 어려운

Αγγλικά → Βιετναμικά - churlish

προφορά
a. vô giáo dục, không lịch sự, thô tục, lỗ mãng, gắt gỏng


dictionary extension
© dictionarist.com