Αγγλικά → Ελληνικά - chunky

προφορά
(Lex**) κοντόχοντρος

Αγγλικά → Αγγλικά - chunky

προφορά
adj. stocky, thick, stout

Αγγλικά → Γαλλικά - chunky

προφορά
adj. trapu, gros

Αγγλικά → Γερμανικά - chunky

προφορά
adj. immun, stämmig

Αγγλικά → Ιταλικά - chunky

προφορά
agg. robusto, massiccio, atticciato, tarchiato; a pezzi, a tocchi

Αγγλικά → Πορτογαλικά - chunky

προφορά
adj. espesso, volumoso, massivo

Αγγλικά → Ρωσικά - chunky

προφορά
ворсистый; комковатый; коренастый; мохнатый

Αγγλικά → Ισπανικά - chunky

προφορά
adj. rechoncho

Αγγλικά → Τουρκικά - chunky

προφορά
s. kısa ve kalın, tıknaz, topak topak, külçe halinde

Αγγλικά → Ουκρανικά - chunky

προφορά
a. короткий і товстий, кремезний, оцупкуватий

Αγγλικά → Ολλανδικά - chunky

προφορά
bn. uit de kluiten gewassen; stevig

Αγγλικά → Κινεζικά - chunky

προφορά
(形) 矮矮胖胖的

Αγγλικά → Κινεζικά - chunky

προφορά
(形) 矮矮胖胖的

Αγγλικά → Ιαπωνικά - chunky

προφορά
(形) ずんぐりした, 固まった

Αγγλικά → Κορεατικά - chunky

προφορά
형. 통통한, 땅딸막한


dictionary extension
© dictionarist.com