Αγγλικά → Ελληνικά - chivalrous

προφορά
επίθ. ιπποτικός

Αγγλικά → Αγγλικά - chivalrous

προφορά
adj. gentlemanly, considerate, gallant, loyal, courageous

Αγγλικά → Γαλλικά - chivalrous

προφορά
adj. courtois, chevaleresque

Αγγλικά → Γερμανικά - chivalrous

προφορά
adj. galant, großzügig, ritterlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - chivalrous

προφορά
a. sopan: sangat sopan, kesatria: bersifat kesatria, ksatria: bersifat ksatria, bahaduri

Αγγλικά → Ιταλικά - chivalrous

προφορά
agg. cavalleresco, gentile, a modo

Αγγλικά → Πολωνικά - chivalrous

προφορά
a. rycerski

Αγγλικά → Πορτογαλικά - chivalrous

προφορά
adj. cavalheiresco

Αγγλικά → Ρουμανικά - chivalrous

προφορά
a. cavaleresc, galant

Αγγλικά → Ρωσικά - chivalrous

προφορά
прил. рыцарский, рыцарственный

Αγγλικά → Ισπανικά - chivalrous

προφορά
adj. caballeroso, caballeresco, hidalgo; benévolo, humanitario

Αγγλικά → Τουρκικά - chivalrous

προφορά
s. şövalye gibi, cesur, mert, kibar

Αγγλικά → Ουκρανικά - chivalrous

προφορά
a. лицарський, рицарський, великодушний, благородний

Αγγλικά → Ολλανδικά - chivalrous

προφορά
bn. ridderlijk; vriendelijk

Αγγλικά → Αραβικά - chivalrous

προφορά
‏شهم، فروسي، متسم بالشرف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - chivalrous

προφορά
(形) 有武士风度的; 侠义的

Αγγλικά → Κινεζικά - chivalrous

προφορά
(形) 有武士風度的; 俠義的

Αγγλικά → Χίντι - chivalrous

προφορά
a. सरदार का, राजपूत का, शौर्यवान, शिष्ट, उदार, उदारचेता, शुरोचित, सुसम्य

Αγγλικά → Ιαπωνικά - chivalrous

προφορά
(形) 騎士的な, 武勇の

Αγγλικά → Κορεατικά - chivalrous

προφορά
형. 기사도적인, 자상한, 충성스런, 용감한

Αγγλικά → Βιετναμικά - chivalrous

προφορά
a. có vẻ hiệp sĩ


dictionary extension
© dictionarist.com