Αγγλικά → Ελληνικά - childlike

προφορά
επίθ. παιδιάστικος

Αγγλικά → Αγγλικά - childlike

προφορά
adj. like a child; innocent; naive

Αγγλικά → Γαλλικά - childlike

προφορά
adj. enfantin, naïf

Αγγλικά → Γερμανικά - childlike

προφορά
adj. naiv, kindlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - childlike

προφορά
a. kekanak-kanakan

Αγγλικά → Ιταλικά - childlike

προφορά
agg. da bambino, fanciullesco, infantile; ingenuo, innocente

Αγγλικά → Πορτογαλικά - childlike

προφορά
adj. infantil, inocente, ingênuo

Αγγλικά → Ρουμανικά - childlike

προφορά
a. copilăresc, sincer, nevinovat

Αγγλικά → Ρωσικά - childlike

προφορά
прил. детский, непосредственный как ребенок, невинный как ребенок, искренний как ребенок

Αγγλικά → Ισπανικά - childlike

προφορά
adj. inocente, aniñado, característico de un niño, de niño, igual que un niño, infantil, ingenuo

Αγγλικά → Τουρκικά - childlike

προφορά
s. çocuk ruhlu, içten, samimi

Αγγλικά → Ουκρανικά - childlike

προφορά
a. невинний, чистий, щирий як дитина, простий, синівський, дочірній

Αγγλικά → Ολλανδικά - childlike

προφορά
bn. kinderachtig; naïf; onnozel

Αγγλικά → Κινεζικά - childlike

προφορά
(形) 孩子似的, 天真烂漫的

Αγγλικά → Κινεζικά - childlike

προφορά
(形) 孩子似的, 天真爛漫的

Αγγλικά → Χίντι - childlike

προφορά
a. बच्चों का सा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - childlike

προφορά
(形) 子供のような; 純真な

Αγγλικά → Κορεατικά - childlike

προφορά
형. 어린이 다운; 순진한; 순수한

Αγγλικά → Βιετναμικά - childlike

προφορά
a. ngây thơ


dictionary extension
© dictionarist.com