Πολωνικά → Αγγλικά - chata

n. cottage, hut, cot, cabin

Πορτογαλικά → Αγγλικά - chata

προφορά
n. barge, scow

Ισπανικά → Αγγλικά - chata

προφορά
n. bedpan, pan used as a toilet for bedridden people; barge, flat-bottomed freight boat; truck, large vehicle used to carry loads; sawed off shotgun

Πορτογαλικά → Γαλλικά - chata

προφορά
1. (menina) taquine (f)
2. (náutico) péniche (f); chaland (m); barge (f)
3. (comportamento - mulher) raseuse (f) {informal}; casse-pieds (f) {informal}; enquiquineuse (f); coupeuse de cheveux en quatre

Ισπανικά → Γερμανικά - chata

προφορά
n. bettschüssel


© dictionarist.com