Αγγλικά → Ελληνικά - characteristic

προφορά
ουσ. χαρακτηριστικό γνώρισμα
επίθ. χαρακτηριστικός

Αγγλικά → Αγγλικά - characteristic

προφορά
n. distinguishing quality; trait, attribute
adj. typical; distinctive

Αγγλικά → Γαλλικά - characteristic

προφορά
n. trait, signe caractéristique, particularité
adj. caractéristique, particulier

Αγγλικά → Γερμανικά - characteristic

προφορά
n. Charakterzug, Eigenschaft
adj. charakteristisch, typisch

Αγγλικά → Ινδονησιακά - characteristic

προφορά
n. sifat, ciri, mutu, laksana
a. khas, spesifik

Αγγλικά → Ιταλικά - characteristic

προφορά
s. caratteristica
agg. caratteristico, tipico, proprio

Αγγλικά → Πολωνικά - characteristic

προφορά
n. cecha {mat.}, osobliwość, właściwość, charakterystyka, znamię
a. charakterystyczny, właściwy, znamienny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - characteristic

προφορά
s. característica, aquilo que caracteriza; qualidade
adj. característico, típico, representativo

Αγγλικά → Ρουμανικά - characteristic

προφορά
n. caracteristică, trăsătură, caracter
a. caracteristic, caracterizator, definitoriu, dominant, distinctiv

Αγγλικά → Ρωσικά - characteristic

προφορά
с. характерная черта, характерная особенность, особенность, свойство; характеристика, смещенный порядок
прил. характерный, типичный

Αγγλικά → Ισπανικά - characteristic

προφορά
s. característica, atributo, particularidad, peculiaridad, propiedad, rasgo
adj. característico, distintivo, inconfundible, peculiar, simbólico, típico

Αγγλικά → Τουρκικά - characteristic

προφορά
i. özellik, nitelik, vasıf
s. karakteristik, tipik, özgün

Αγγλικά → Ουκρανικά - characteristic

προφορά
n. риса: характерна риса, особливість, ознака, характеристика
a. характерний, типовий, притаманний, специфічний

Αγγλικά → Ολλανδικά - characteristic

προφορά
zn. eigenschap; typische eigenschap; karakteristiek; karaktertrek
bn. kenmerkend, tekenend, kenschetsend, typisch; karakteristiek

Αγγλικά → Αραβικά - characteristic

προφορά
‏ميزة، صفة مميزة، العدد البياني‏
‏مميز، طبق الأصل، خصيصة، خصوصي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - characteristic

προφορά
(名) 特性, 特色, 特征
(形) 特有的; 典型的; 表示特性的

Αγγλικά → Κινεζικά - characteristic

προφορά
(名) 特性, 特色, 特徵
(形) 特有的; 典型的; 表示特性的

Αγγλικά → Χίντι - characteristic

προφορά
n. विलक्षणता, विशेषता
a. ख़ास, विशेषता-सूचक, नमूने का, लाक्षणिक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - characteristic

προφορά
(形) 特徴的な; 特有の
(名) 特徴; 特質

Αγγλικά → Κορεατικά - characteristic

προφορά
명. 특성; 특질, 특징
형. 특징적인; 독특한

Αγγλικά → Βιετναμικά - characteristic

προφορά
n. dấu nét riêng, đặc sắc, đặc tính
v. riêng biệt
a. tính cách đặc biệt


dictionary extension
© dictionarist.com