Αγγλικά → Ελληνικά - chancy

προφορά
επίθ. παρακινδυνευμένος

Αγγλικά → Αγγλικά - chancy

προφορά
adj. having an uncertain outcome, risky, dangerous

Αγγλικά → Γαλλικά - chancy

προφορά
adj. dangereux, risqué

Αγγλικά → Γερμανικά - chancy

προφορά
adj. gefährlich, risikoreich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - chancy

προφορά
a. untung-untungan

Αγγλικά → Ιταλικά - chancy

προφορά
agg. rischioso, azzardoso; incerto

Αγγλικά → Πολωνικά - chancy

προφορά
a. niepewny, ryzykowny, udany

Αγγλικά → Πορτογαλικά - chancy

προφορά
adj. arriscado, perigoso

Αγγλικά → Ρουμανικά - chancy

προφορά
a. riscant, nesigur

Αγγλικά → Ρωσικά - chancy

προφορά
прил. рискованный, неопределенный, счастливый, удачный

Αγγλικά → Ισπανικά - chancy

προφορά
adj. arriesgado, expuesto, peligroso

Αγγλικά → Τουρκικά - chancy

προφορά
s. kesin olmayan, şüpheli, riskli

Αγγλικά → Ουκρανικά - chancy

προφορά
a. ризикований, ненадійний, непевний, невиразний, неясний, нестійкий, щасливий, вдалий, удачливий

Αγγλικά → Ολλανδικά - chancy

προφορά
bn. riskant; zit gevaar in

Αγγλικά → Αραβικά - chancy

προφορά
‏محفوف بالمخاطر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - chancy

προφορά
(形) 不确实的; 不安的

Αγγλικά → Κινεζικά - chancy

προφορά
(形) 不確實的; 不安的

Αγγλικά → Χίντι - chancy

προφορά
a. जोखिमी, अनिश्‍िचत, अनियमित, अनिर्धारित, सुखद, ख़ुश

Αγγλικά → Ιαπωνικά - chancy

προφορά
(形) 不確かな; 危なっかしい

Αγγλικά → Κορεατικά - chancy

προφορά
형. 모험적인, 위태로운, 불확실한 결과를 가지는

Αγγλικά → Βιετναμικά - chancy

προφορά
a. không chắc chắn, tùy may rủi, tùy may mắn


dictionary extension
© dictionarist.com