Αγγλικά → Ελληνικά - champion

προφορά
ουσ. υπερμεγέθης, υπερασπιστής, πρωταθλητής
ρήμ. προασπίζω, υπερασπίζομαι

Αγγλικά → Αγγλικά - champion

προφορά
n. champ, first-place winner; supporter, one who fights for -
v. defend, stand up for, fight for; advocate, promote
adj. first, in fist place; excellent

Αγγλικά → Γαλλικά - champion

προφορά
n. champion; défenseur, partisan
v. se faire le champion, prôner
adj. génial, super

Αγγλικά → Γερμανικά - champion

προφορά
n. Meister; Kämpfer
v. Verfechten, eintreten für, verteidigen
adj. klasse, prima

Αγγλικά → Ινδονησιακά - champion

προφορά
n. juara, johan, jago, jagoan, pembela, mbah
v. memperjuangkan, membela, menjagoi
a. mendapat: yg mendapat hadiah pertama, terbaik, baik sekali

Αγγλικά → Ιταλικά - champion

προφορά
s. campione; vincitore del primo premio; fuoriclasse, asso; difensore
v. difendere, battersi per
agg. vincitore, campione; (fam) di prim'ordine, eccellente, (fam) fantastico

Αγγλικά → Πολωνικά - champion

προφορά
n. mistrz, bojownik, orędownik, rekordzista, zwycięzca, protagonista, szampion, ideolog, obrońca, głosiciel

Αγγλικά → Πορτογαλικά - champion

προφορά
s. campeão; herói; defensor, batalhador
v. defender, lutar por; promover, encorajar
adj. grandioso, excelente

Αγγλικά → Ρουμανικά - champion

προφορά
n. luptător, atlet, campion, apărător, avocat, ocrotitor, as, adept, învingător, animal remarcabil
v. apăra, susţine
a. minunat, excelent {fam.}

Αγγλικά → Ρωσικά - champion

προφορά
с. чемпион, победитель, защитник, сторонник, поборник, борец
г. защищать, отстаивать, бороться
прил. получивший приз, первоклассный

Αγγλικά → Ισπανικά - champion

προφορά
s. campeón, adalid, as, paladín, sostenedor; defensor
v. defender, abanderar, abogar por, propugnar
adj. campeón; de primera, estupendo

Αγγλικά → Τουρκικά - champion

προφορά
f. savunmak, müdafaa etmek, desteklemek, uğrunda mücadele vermek
i. şampiyon, üstün niteliklere sahip kimse; savunucu, destekleyici
s. şampiyon, mükemmel, en iyi; galip

Αγγλικά → Ουκρανικά - champion

προφορά
n. чемпіон, переможець, борець, атлет, поборник, захистник, оборонець, прихильник
v. захищати, відстоювати, боротися
a. першокласний, першорядний, чудовий

Γαλλικά → Αγγλικά - champion

προφορά
adj. champion

Γερμανικά → Αγγλικά - champion

προφορά
n. champ, first-place winner; supporter, one who fights for -

Αγγλικά → Ολλανδικά - champion

προφορά
zn. kampioen; strijder, vaandeldragen, voorstander
ww. verdedigen, opkomen voor; lof toezwaaien aan-
bn. uitstekend, groots

Γαλλικά → Γερμανικά - champion

προφορά
n. champion, meister, rekordbrecher
adj. meister-

Γαλλικά → Ιταλικά - champion

προφορά
1. (théorie - homme) fautore (m); propugnatore (m)
2. (concours - homme) vincitore (m); campione (m)
3. (intelligence - homme) genio (m); asso (m); luminare (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - champion

προφορά
1. (théorie - homme) defensor (m)
2. (concours - homme) campeão (m); vencedor (m); vitorioso (m)
3. (intelligence - homme) crânio (m) {slang}; fera (f) {slang}; gênio (m) {informal}

Γαλλικά → Ρωσικά - champion

προφορά
n. чемпион (m), победитель (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - champion

προφορά
1. (théorie - homme) partidario (m); afiliado (m)
2. (concours - homme) campeón (m); vencedor (m); ganador (m)
3. (intelligence - homme) as (m); luz (f); hacha (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - champion

προφορά
[le] [la] şampiyon; savunucu

Γερμανικά → Γαλλικά - champion

προφορά
n. champion (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - champion

προφορά
n. asso (m), campione (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - champion

προφορά
i. şampiyon (m), birinci (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - champion

προφορά
1. (théorie - homme) voorstander (m); aanhanger (m)
2. (concours - homme) kampioen (m); winnaar (m)
3. (intelligence - homme) bolleboos (m) {informal}; kei (m) {informal}; kraan (m) {informal}; baas (m) {informal}; aas (m) {informal}

Αγγλικά → Αραβικά - champion

προφορά
‏المحارب، النصير، مجل، بطل‏
‏ناصر، أيد، دافع‏

Αγγλικά → Κινεζικά - champion

προφορά
(名) 冠军; 战士; 拥护者
(动) 保卫, 拥护
(形) 优胜的, 冠军的; 第一流的

Αγγλικά → Κινεζικά - champion

προφορά
(名) 冠軍; 戰士; 擁護者
(動) 保衛, 擁護
(形) 優勝的, 冠軍的; 第一流的

Αγγλικά → Χίντι - champion

προφορά
n. समर्थक, सर्व-जीत्‌
v. समर्थन करना, बचाना, रक्षा करना
a. पहले दर्जे का, उत्तम दर्जे का, ऊंचे दर्जे का

Αγγλικά → Ιαπωνικά - champion

προφορά
(名) チャンピオン; 優勝者; 擁護者
(動) 擁護する; 守る; 戦う
(形) 優勝した; すばらしい

Αγγλικά → Κορεατικά - champion

προφορά
명. 챔피언, 승리자; ...을 위해 싸우는 사람
동. 투사로서 활동하다, 옹호자로서 활동하다, 옹호하다
형. 우승한, 일류의

Αγγλικά → Βιετναμικά - champion

προφορά
n. người vô địch, vật tốt nhất, người binh vực, người đấu vỏ trường, quán quân, sự binh vực, sự ủng hộ
v. biện hộ, bảo hộ
a. binh vực, ủng hộ

Γερμανικά → Κινεζικά - champion

προφορά
[der] pl.Champions 冠军。


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: championing
Present: champion (3.person: champions)
Past: championed
Future: will champion
Present conditional: would champion
Present Perfect: have championed (3.person: has championed)
Past Perfect: had championed
Future Perfect: will have championed
Past conditional: would have championed
© dictionarist.com