Αγγλικά → Ελληνικά - champ

προφορά
ουσ. πρωταθλητής
ρήμ. δαγκάνω, ανυπομονώ, μασώ

Αγγλικά → Αγγλικά - champ

προφορά
n. champion, one who is the best in his field, one who wins first place
v. chew; bite; act in an impatient manner
n. field; site, farm

Αγγλικά → Γαλλικά - champ

προφορά
n. champion
v. mâcher; mâchouiller; faire preuve d'impatience, ronchonner

Αγγλικά → Γερμανικά - champ

προφορά
n. Champion, Meister
v. schmatzen, kauen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - champ

προφορά
n. juara
v. menggerut, menggertak, menggigit dgn suara keras, sabar: tdk sabar

Αγγλικά → Ιταλικά - champ

προφορά
s. masticazione rumorosa
v. mordere; masticare rumorosamente, sgranocchiare

Αγγλικά → Πολωνικά - champ

προφορά
v. chrupać, gryźć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - champ

προφορά
s. campeão; herói
v. mastigar, triturar; demonstrar inquietude, demonstrar falta de paciência

Αγγλικά → Ρουμανικά - champ

προφορά
n. campion
v. mesteca, rumega, muşca, clefăi

Αγγλικά → Ρωσικά - champ

προφορά
с. чавканье; чемпион
г. чавкать, хрупать, громко жевать; грызть удила; давить, мять; быть в нетерпении

Αγγλικά → Ισπανικά - champ

προφορά
s. campeón
v. mascar ruidosamente, comer ruidosamente, masticar, morder, mascar, ronzar, tascar; demostrar impaciencia, en especial los animales

Αγγλικά → Τουρκικά - champ

προφορά
f. ısırmak, çiğnemek, hapur hupur çiğnemek
i. şampiyon

Αγγλικά → Ουκρανικά - champ

προφορά
n. плямкання, жуйка, поле, фон, чемпіон
v. плямкати, жувати, гризти, нетерплячий: бути нетерплячим, скреготати, клацати, душити, м'яти

Γαλλικά → Αγγλικά - champ

προφορά
(m) n. field; site, farm

Αγγλικά → Ολλανδικά - champ

προφορά
zn. kampioen
ww. knauwen, knagen, bijten op; geen geduld hebben

Γαλλικά → Γερμανικά - champ

προφορά
n. scholle, acker, schampus, feld, land

Γαλλικά → Ιταλικά - champ

προφορά
1. (connaissance) campo (m); ambito (m)
2. (sujet) portata (f); campo (m); sfera (f)
3. (agriculture) campo (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - champ

προφορά
1. (connaissance) esfera (f); campo (m)
2. (sujet) campo de ação; esfera de ação; alcance (f)
3. (agriculture) campo (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - champ

προφορά
n. поле (m), нива (m), поверхность (m), область (зона) (m), область (знаний и т.д.) (m), пределы измерения (m), кадр (m), кромка (тех.) (m), ребро (тех.) (m), торец (тех.) (m), напряженность поля (тех.) (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - champ

προφορά
1. (connaissance) esfera (f); campo (m)
2. (sujet) ámbito (m); esfera (f); campo (m)
3. (agriculture) campo (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - champ

προφορά
[le] tarla; alan

Γαλλικά → Ολλανδικά - champ

προφορά
1. (connaissance) sfeer (m/f); kring (m); domein (n); gebied (n); terrein (n)
2. (sujet) bereik (n); kader (n)
3. (agriculture) veld (n); land (n); akker (m)

Αγγλικά → Αραβικά - champ

προφορά
‏عض، قضم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - champ

προφορά
(名) 冠军, 优胜者
(动) 大声地咀嚼; 格格地咬; 咬, 啮

Αγγλικά → Κινεζικά - champ

προφορά
(名) 冠軍, 優勝者
(動) 大聲地咀嚼; 格格地咬; 咬, 嚙

Αγγλικά → Χίντι - champ

προφορά
n. चबाने की आवाज़
v. चबाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - champ

προφορά
(名) チャンピオン; 優勝者
(動) 噛む; バリバリ食べる; いらだつ

Αγγλικά → Κορεατικά - champ

προφορά
명. 챔피언, 뛰어난 사람
동. 신경질적으로 씹다, 우적우적 씹다, ...이 ...하고 싶어 안달하다, 투사로서 활동하다, 옹호자로서 활동하다, 옹호하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - champ

προφορά
n. sự nhai
v. ngựa nhai cỏ rào rào, gặm hàm thiếc

Γερμανικά → Κινεζικά - champ

προφορά
冠军。


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: champing
Present: champ (3.person: champs)
Past: champed
Future: will champ
Present conditional: would champ
Present Perfect: have champed (3.person: has champed)
Past Perfect: had champed
Future Perfect: will have champed
Past conditional: would have champed
© dictionarist.com