Αγγλικά → Ελληνικά - certified

προφορά
επίθ. επικυρωμένος, εγκεκριμένος

Αγγλικά → Αγγλικά - certified

προφορά
adj. authorized, licensed, endorsed

Αγγλικά → Γαλλικά - certified

προφορά
adj. certifié, autorisé

Αγγλικά → Γερμανικά - certified

προφορά
[certify] v. bestätigen, bescheinigen, feststellen
adj. zugelassen, erlaubt

Αγγλικά → Ινδονησιακά - certified

προφορά
a. berijazah, ditanggung: yg ditanggung, dijamin: yg dijamin, disahkan: yg disahkan

Αγγλικά → Ιταλικά - certified

προφορά
agg. certificato, attestato; autenticato, legalizzato; garantito

Αγγλικά → Πολωνικά - certified

προφορά
adj. atestowany, dyplomowany

Αγγλικά → Πορτογαλικά - certified

προφορά
adj. certificado, autorizado

Αγγλικά → Ρουμανικά - certified

προφορά
a. adeverit, confirmat, garantat, asigurat, verificat, autentic

Αγγλικά → Ρωσικά - certified

προφορά
прил. заверенный, удостоверенный, проверенный, гарантированный, дипломированный, сертифицированный

Αγγλικά → Ισπανικά - certified

προφορά
adj. certificado, adverado

Αγγλικά → Τουρκικά - certified

προφορά
s. onaylı, taahhütlü, tasdikli, garanti edilmiş, belgeye bağlı, diploma, deliliği belgelenmiş

Αγγλικά → Ουκρανικά - certified

προφορά
a. завірений, засвідчений, перевірений, гарантований, дипломований, призначений: офіційно призначений, схвалений

Αγγλικά → Ολλανδικά - certified

προφορά
bn. schriftelijk gegarandeerd, officieel (verklaard)

Αγγλικά → Αραβικά - certified

προφορά
‏موثق‏

Αγγλικά → Κινεζικά - certified

προφορά
(形) 被证明的; 公认的; 有保证的

Αγγλικά → Κινεζικά - certified

προφορά
(形) 被證明的; 公認的; 有保證的

Αγγλικά → Ιαπωνικά - certified

προφορά
(形) 証明された; 公認の
(動) 証明する; 承認する; 保証する

Αγγλικά → Κορεατικά - certified

προφορά
형. 인정된, 승인된, 허가된

Αγγλικά → Βιετναμικά - certified

προφορά
v. cấp chứng thư, chứng minh, chứng nhận, nhận chắc, phát bằng cấp, phát văn bằng


© dictionarist.com