Αγγλικά → Ελληνικά - certain

προφορά
επίθ. κάποιος, ασφαλής, ορισμένος, σίγουρος, βέβαιος

Αγγλικά → Αγγλικά - certain

προφορά
adj. sure, definite; particular, specific
pron. some
adj. certain, sure, definite; clear, undoubted; bound, unalterable; some

Αγγλικά → Γαλλικά - certain

προφορά
adj. certain

Αγγλικά → Γερμανικά - certain

προφορά
adj. bestimmt; sicher

Αγγλικά → Ινδονησιακά - certain

προφορά
a. pasti, tertentu, tentu, menentu, ketentuan, beberapa, suatu, sesuatu, khusus, yakin, dipercaya: yg dpt dipercaya

Αγγλικά → Ιταλικά - certain

προφορά
agg. sicuro, certo; scontato, stabilito; inevitabile; indubbio, indiscutibile; dato, determinato; qualche

Αγγλικά → Πολωνικά - certain

προφορά
a. pewny, ustalony, niezawodny, przekonany, przeświadczony, wiadomy, pewien, nieokreślony, niejaki, niechybny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - certain

προφορά
adj. certo, exato; fixo

Αγγλικά → Ρουμανικά - certain

προφορά
a. anume, anumit, oarecare, sigur, cert, precis, fix, hotărât, infailibil, negreşit, neîndoios

Αγγλικά → Ρωσικά - certain

προφορά
прил. определенный, некоторый, некий; уверенный; верный, надежный, несомненный

Αγγλικά → Ισπανικά - certain

προφορά
adj. cierto; seguro, certero, confirmado, corroborado, de buena fuente, definitivo, fidedigno, inconfundible, indiscutible, indiscutido, indubitado, indudable, inequívoco, innegable, invariable, positivo

Αγγλικά → Τουρκικά - certain

προφορά
s. kesin, muhakkak, mutlâk, şüphesiz, güvenilir, kuşkusuz, emin, belirlenmiş, belirli, belli; herhangi bir, falanca

Αγγλικά → Ουκρανικά - certain

προφορά
a. певний, незмінний, постійний, відомий, деякий, упевнений, переконаний, один, вірний, надійний, безсумнівний, достовірний, впевнений

Γαλλικά → Αγγλικά - certain

προφορά
adj. certain, sure, definite; clear, undoubted; bound, unalterable; some

Αγγλικά → Ολλανδικά - certain

προφορά
bn. zeker; bepaald

Γαλλικά → Γερμανικά - certain

προφορά
adj. bestimmt, gewiss, sicher, zuversichtlich, einige

Γαλλικά → Ιταλικά - certain

προφορά
1. (renom) sicuro; certo 2. (fait) indiscutibile; incontestabile; inconfutabile; indubbio
3. (raison) certo; particolare 4. (assuré) certo; sicuro
5. (modificatif) certo

Γαλλικά → Πορτογαλικά - certain

προφορά
1. (renom) assegurado; certo 2. (fait) inquestionável; certo; indubitável
3. (raison) certo; particular; especial 4. (assuré) certo; seguro; indubitável
5. (modificatif) certo

Γαλλικά → Ρωσικά - certain

προφορά
a. достоверный, уверенный, некоторый, кое-какой

Γαλλικά → Ισπανικά - certain

προφορά
1. (renom) asegurado; seguro 2. (fait) incuestionable; incontestable; indiscutible; innegable; incontrovertible
3. (raison) cierto; particular 4. (assuré) cierto; seguro; positivo
5. (modificatif) cierto

Γαλλικά → Τουρκικά - certain

προφορά
kesin, muhakkak, şüphesiz; emin; bazı, bir

Γαλλικά → Ολλανδικά - certain

προφορά
1. (renom) verzekerd; gewaarborgd 2. (fait) vaststaand; dat bewezen is; zeker
3. (raison) zeker; bepaald 4. (assuré) zeker; vast; ongetwijfeld
5. (modificatif) bepaald; zeker

Αγγλικά → Αραβικά - certain

προφορά
‏معين، لا ريب فيه، مؤكد، يقيني، محتوم، واثق، متأكد، متيقن‏

Αγγλικά → Κινεζικά - certain

προφορά
(形) 确定的, 必然的, 某

Αγγλικά → Κινεζικά - certain

προφορά
(形) 確定的, 必然的, 某

Αγγλικά → Χίντι - certain

προφορά
a. निश्‍िचत, अवश्यंभावी, निविर्वाद, विश्वसनीय, निश्चयात्मक, पक्का, मुक़र्रर, ठीक, स्पष्ट, फ़लां, कोई

Αγγλικά → Ιαπωνικά - certain

προφορά
(形) 確実な, 確かな

Αγγλικά → Κορεατικά - certain

προφορά
형. 확실한; 어떤 특정한

Αγγλικά → Βιετναμικά - certain

προφορά
n. ít nhiều, đích xác
a. chắc chắn, nhất định, đôi chút, xác thực, định rỏ


dictionary extension
© dictionarist.com