Ιταλικά → Αγγλικά - cautela

προφορά
n. caution, cautiousness, wariness, chariness

Πορτογαλικά → Αγγλικά - cautela

προφορά
n. caution, precaution, wariness, prudence, vigilance, chariness, care; heed

Ισπανικά → Αγγλικά - cautela

προφορά
n. caution, wariness; stealth, stealthiness

Ιταλικά → Γαλλικά - cautela

προφορά
1. (attenzione) attention (f); prudence (f)
2. (circospezione) circonspection (f); précaution (f); prudence (f)

Ιταλικά → Γερμανικά - cautela

προφορά
n. vorsicht, vorsichtigkeit, behutsamkeit, vorkehrung, kautel, vorbehalt

Πορτογαλικά → Γαλλικά - cautela

προφορά
1. (geral) tact (m); discrétion (f); doigté (m)
2. (atenção) attention (f); prudence (f)
3. (circunspecção) circonspection (f); précaution (f); prudence (f)

Ισπανικά → Γαλλικά - cautela

προφορά
(circunspección) circonspection (f); précaution (f); prudence (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - cautela

προφορά
n. vorsicht, umsicht, behutsamkeit, bedacht, zurückhaltung

Ισπανικά → Ρωσικά - cautela

προφορά
n. осторожность, бережность

Ισπανικά → Κορεατικά - cautela

προφορά
n. 조심스럽게, 신중, 예령


dictionary extension
© dictionarist.com